Η Κούβα καταδίκασε την απόφαση των ΗΠΑ να παρατείνουν το εμπάργκο που επιβάλλεται στη χώρα για περισσότερα από 60 χρόνια, τονίζοντας πως στόχος της αμερικανικής πολιτικής είναι να «στραγγαλίσουν» οικονομικά την κομμουνιστική νήσο.
Το εμπορικό εμπάργκο τέθηκε σε ισχύ το 1962, όταν η κυβέρνηση του Τζον Φ. Κένεντι επικαλέστηκε τον Νόμο περί Εμπορίου με τον εχθρό. Η Ουάσινγκτον αποφάσισε να παρατείνει το μέτρο έως τον Σεπτέμβριο του 2027, διατηρώντας τις εμπορικές κυρώσεις σε βάρος της Κούβας.
Η ανανέωση του εμπάργκο ήταν αναμενόμενη, ωστόσο πραγματοποιείται σε μια περίοδο που η Κούβα αντιμετωπίζει βαθιά οικονομική κρίση. Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω από τον πετρελαϊκό αποκλεισμό που επέβαλε η Ουάσινγκτον από τον Ιανουάριο.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Κούβας, Μπρούνο Ροδρίγκες, ανέφερε σε ανάρτησή του στο Χ ότι, με την παράταση του εμπορικού εμπάργκο, «η Ουάσινγκτον εμμένει στην πρόθεσή της να στραγγαλίσει ένα ολόκληρο έθνος». Παράλληλα, κατηγόρησε τις ΗΠΑ για άσκηση «γενοκτονικής πολιτικής» σε βάρος των 9,4 εκατομμυρίων κατοίκων της νήσου.
Η Κούβα βρίσκεται αντιμέτωπη με συνεχείς διακοπές ρεύματος και σοβαρές ελλείψεις βασικών αγαθών, ενώ ο τουρισμός –μία από τις βασικότερες πηγές εσόδων της χώρας– παρουσιάζει κατακόρυφη πτώση.
Από το 1978, όλοι οι Αμερικανοί πρόεδροι, ανεξαρτήτως κόμματος, ανανεώνουν ετησίως τον Νόμο για το Εμπόριο με τον εχθρό. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει χαρακτηρίσει τη νήσο, που απέχει 150 χιλιόμετρα από τις ακτές της Φλόριντα, ως «τεράστια απειλή» για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και έχει απειλήσει επανειλημμένα να την «πάρει υπό τον έλεγχό του».
Φέτος, η κυβέρνησή του επέβαλε πρόσθετες κυρώσεις κατά της Gaesa, της επιχειρηματικής κοινοπραξίας υπό τον έλεγχο των ένοπλων δυνάμεων της Κούβας, η οποία ιδρύθηκε το 1995 από τον Ραούλ Κάστρο.