Ο Βλαντίμιρ Πούτιν δήλωσε ότι οι επόμενες συνομιλίες για τη διευθέτηση της σύγκρουσης στην Ουκρανία θα πρέπει να επικεντρωθούν σε εγγυήσεις ασφαλείας τόσο για τη Ρωσία όσο και για την Ουκρανία, ενώ παράλληλα να εξεταστεί ένα συνολικό πλαίσιο ασφάλειας για την Ευρώπη. Η τοποθέτηση αυτή ήρθε σε συνέντευξη του ρώσου προέδρου στη ρωσική τηλεόραση, μία ημέρα μετά τη συνάντησή του με τον αμερικανό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ.
Σύμφωνα με τον Πούτιν, η Ρωσία είναι διατεθειμένη να επανεκκινήσει τον επόμενο μήνα τις συνομιλίες με την Ουκρανία, με τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ. Ο ίδιος επανέλαβε τη θέση του Κρεμλίνου πως η Μόσχα δεν επιδίωξε τον πόλεμο, αλλά αντέδρασε σε εχθρικές ενέργειες της Ουκρανίας σε ζητήματα που θεωρεί ζωτικής σημασίας.
Όπως ανέφερε, οι διαπραγματεύσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε θετικό αποτέλεσμα, όμως ξεκαθάρισε ότι η ρωσική πλευρά παραμένει προσηλωμένη σε μια οριστική λύση και όχι σε μια προσωρινή κατάπαυση πυρός. Ο Πούτιν υπογράμμισε πως «στόχος αυτών των συνομιλιών θα είναι η εγγύηση της ασφάλειας της Ουκρανίας και της Ρωσίας» μετά την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας, απορρίπτοντας τη λογική μιας βραχύβιας εκεχειρίας.
Παράλληλα, ο Γουίτκοφ φέρεται να επισήμανε ότι οι συζητήσεις πρέπει να συμπεριλάβουν και την «αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής ασφάλειας στο σύνολό της», με τον Πούτιν να δηλώνει σύμφωνος και να εκφράζει την πρόθεσή του να παρακολουθήσει τις εξελίξεις τις επόμενες ημέρες.
Ο ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι, μετά από συνάντηση με τον Γουίτκοφ στη Νορβηγία, τόνισε πως η Ουκρανία είναι έτοιμη να συζητήσει για «κατάπαυση του πυρός, τερματισμό του πολέμου, ενεργειακή εκεχειρία, καθώς και ανθρωπιστικές πρωτοβουλίες».
Σημαντικά εμπόδια στις διαπραγματεύσεις αποτελούν τα εδαφικά ζητήματα. Η Ρωσία ζητάει από την Ουκρανία να παραχωρήσει ολόκληρη την περιοχή του Ντονμπάς, αίτημα που το Κίεβο απορρίπτει κατηγορηματικά.
Ο Πούτιν ανέφερε ότι κάθε συζήτηση για τα εδάφη της ανατολικής Ουκρανίας πρέπει να λαμβάνει υπόψη πως η περιοχή αποτελεί «ιστορικά» ρωσική γη. Υπενθύμισε ότι οι κάτοικοι του Ντονμπάς ψήφισαν υπέρ της ένταξης στη Ρωσική Ομοσπονδία σε δημοψηφίσματα που διεξήχθησαν επτά μήνες μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής.