Η Καβάλα βρέθηκε στο επίκεντρο ενός ιδιαίτερου ζητήματος που αφορά τη διαχείριση των σορών ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους κατά την περίοδο της πανδημίας Covid-19. Το θέμα ανέδειξε τις τεχνικές και ηθικές προκλήσεις που εξακολουθούν να προκύπτουν από τα πρωτόκολλα εκείνης της περιόδου.
Σύμφωνα με πληροφορίες από το ΑΠΕ - ΜΠΕ, συνολικά 150 σοροί ανθρώπων που είχαν νοσήσει από Covid-19 και απεβίωσαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας, είχαν τοποθετηθεί σε ειδικούς πλαστικούς σάκους, όπως προέβλεπε η τότε αυστηρή Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ), και στη συνέχεια τάφηκαν κανονικά. Ωστόσο, κατά την πρώτη εκταφή, οι εργαζόμενοι στα Δημοτικά Κοιμητήρια της πόλης διαπίστωσαν ότι πέντε χρόνια μετά δεν είχε συντελεστεί αποσύνθεση.
Η ανάγκη για εκταφές προέκυψε λόγω έλλειψης διαθέσιμων χώρων στα κοιμητήρια. Η διαδικασία αποκάλυψε ότι οι σοροί παρέμεναν σχεδόν ανέπαφοι, καθώς οι πλαστικοί σάκοι απέτρεψαν την είσοδο οξυγόνου, επιβραδύνοντας πλήρως τη φυσική αποσύνθεση.
«Οι συγκεκριμένες εκταφές είναι μια δύσκολη διαδικασία, πλην όμως αναγκαία», ανέφεραν υπηρεσιακοί παράγοντες του δήμου στο ΑΠΕ - ΜΠΕ.
«Η τήρηση της ΚΥΑ ήταν απαραίτητη, αλλά μάλλον κανείς δεν σκέφτηκε τότε πως θα επέλθει η αποσύνθεση αν δεν μπορούσε να μπει οξυγόνο. Παρά τις δυσκολίες, η όλη διαδικασία θα γίνει με απόλυτο σεβασμό προς τους ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους και τις οικογένειές τους».
Απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου και νέα πρωτόκολλα
Η αρχική ΚΥΑ προέβλεπε παραμονή των θανόντων από Covid-19 στους τάφους για δέκα χρόνια, για λόγους δημόσιας υγείας. Με την αναθεώρηση του κανονισμού, το χρονικό όριο μειώθηκε στα πέντε χρόνια, επιτρέποντας στον δήμο να ξεκινήσει τη διαδικασία εκταφής.
Το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα την εκταφή και τον επανενταφιασμό των σορών χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνση για τις οικογένειες.
Η διαδικασία αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα στις επόμενες εβδομάδες, με τις σορούς να επανενταφιάζονται σύμφωνα με τα νέα πρωτόκολλα, εξασφαλίζοντας τον απαιτούμενο χρόνο για τη φυσική αποσύνθεση.
Παρά την τεχνική φύση του ζητήματος, η υπόθεση αυτή υπενθυμίζει τις πρωτόγνωρες προκλήσεις που δημιούργησε η πανδημία Covid-19, τόσο σε επίπεδο δημόσιας υγείας όσο και σε ζητήματα διαχείρισης και σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.