Τριάντα τέσσερις Έλληνες που γνώρισαν τη Βουλγαρία σε διαφορετικές εποχές και συνθήκες ενώνουν τις μνήμες και τις εμπειρίες τους στο βιβλίο «Βουλγαρία – Η χώρα των κατόπτρων» των εκδόσεων Εύμαρος.
Το έργο αποτελεί ένα μωσαϊκό αφηγήσεων ανθρώπων που έζησαν εκεί ως πολιτικοί πρόσφυγες, φοιτητές, διπλωμάτες, εργαζόμενοι ή μετανάστες, αποτυπώνοντας μια χώρα που μεταβαλλόταν διαρκώς μέσα στον χρόνο.
Η έκδοση παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Όπως ανέφερε ο υπεύθυνος των εκδόσεων Εύμαρος, Πέτρος Κακολύρης, το βιβλίο συγκεντρώνει βιωματικές ιστορίες Ελλήνων που σπούδασαν ή έζησαν στη Βουλγαρία και εντάσσεται σε σειρά εκδόσεων που προσεγγίζει λογοτεχνικά τη μαζική ελληνική παρουσία στο εξωτερικό.
«Πρόκειται για το τρίτο βιβλίο της σειράς, μετά την Ιταλία και τη Γαλλία, ενώ θα ακολουθήσει και η Γερμανία», σημείωσε ο κ. Κακολύρης, υπογραμμίζοντας ότι η παρουσίαση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Βουλγαρία είναι φέτος η τιμώμενη χώρα της ΔΕΒΘ.
Ο Ηλίας Φραγκάκης, που υπογράφει την ανθολόγηση και την επιμέλεια των κειμένων, τόνισε τη διαφορετικότητα της βουλγαρικής εμπειρίας σε σχέση με τις δυτικές χώρες.
«Η Βουλγαρία έχει μια ιδιαιτερότητα, γιατί οι άνθρωποι που έζησαν εκεί βίωσαν δύο διαφορετικά κοινωνικοπολιτικά συστήματα», ανέφερε. Παράλληλα, επισήμανε ότι η ελληνική παρουσία δεν περιορίζεται στους φοιτητές.
«Υπήρξαν πολιτικοί πρόσφυγες, αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού, άνθρωποι που η χώρα φιλοξένησε, περιέθαλψε και σπούδασε. Προφανώς οι εμπειρίες δεν ήταν ίδιες για όλους, αλλά στο βιβλίο καταγράφονται πολλές και διαφορετικές μαρτυρίες», πρόσθεσε.
Μαρτυρίες και προσωπικές αφηγήσεις
Από τις πιο συγκινητικές στιγμές της παρουσίασης ήταν η παρέμβαση του Χρήστου Χαρτοματσίδη, ο οποίος γεννήθηκε το 1954 στη Σόφια από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες.
Ανακαλώντας αφηγήσεις του πατέρα του από τα χρόνια μετά τον εμφύλιο, περιέγραψε πώς τραυματισμένοι αντάρτες μεταφέρθηκαν από τη Γιουγκοσλαβία στη Βουλγαρία.
«Στα σύνορα τούς περίμενε, με προσωπική εντολή του Γκεόργκι Δημητρόφ, μια υγειονομική αμαξοστοιχία. Τους φρόντισαν, περιποιήθηκαν τα τραύματά τους και στη συνέχεια τούς μετέφεραν στα νοσοκομεία», ανέφερε.
«Ο πατέρας μου θυμόταν πάντα πως, αφού τους έλουσαν και τους καθάρισαν, τους έδωσαν και από δύο πακέτα τσιγάρα. Το ανέφερε συνεχώς αυτό, γιατί για εκείνους είχε σημασία ότι κάποιος τούς αντιμετώπισε ανθρώπινα», πρόσθεσε.
Ο καθηγητής του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ, Αλέξανδρος Μπαλτζής, που έζησε στη Σόφια από το 1982 έως το 1992, μίλησε για τη μετάβαση από το σοσιαλιστικό καθεστώς στη νέα εποχή.
«Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του εγχειρήματος είναι ότι φέρνει κοντά ανθρώπους διαφορετικών γενεών και περιόδων με κοινές εμπειρίες.
Το βιβλίο έχει αξία όχι μόνο για όσους ενδιαφέρονται για τη Βουλγαρία, αλλά και για όποιον θέλει να δει πώς οι άνθρωποι προσλαμβάνουν μια εντελώς διαφορετική κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα», ανέφερε.
Η διπλωματική και πολιτιστική διάσταση
Ο πρέσβης επί τιμή Μιχάλης Χρηστίδης, που υπηρέτησε δύο φορές στη Σόφια –τη δεύτερη ως πρέσβης της Ελλάδας– αναφέρθηκε στα χρόνια που έζησε στη Βουλγαρία.
«Από τα 45 χρόνια της διπλωματικής μου πορείας, τα επτά που έζησα εκεί θα μου μείνουν ανεξίτηλα», είπε και πρόσθεσε: «Έζησα τα πέτρινα χρόνια της Βουλγαρίας και αυτό με σημάδεψε.
Συνειδητοποίησα ότι δεν μπορείς να κρίνεις ανθρώπους, καθεστώτα ή χώρες αν δεν μπεις στο πετσί τους, αν δεν καταλάβεις τις καθημερινές τους έγνοιες και δυσκολίες».
Τον συμβολισμό του τίτλου ανέλυσε ο Νίκος Βλαχάκης, επικεφαλής του Γραφείου Δημόσιας Διπλωματίας στη Ρουμανία και πρώην φοιτητής του Πανεπιστημίου της Σόφιας.
«Η Βουλγαρία είναι χώρα των κατόπτρων γιατί μέσα της συνυπάρχουν τρεις διαφορετικοί ιστορικοί εαυτοί», σημείωσε. «Υπάρχει το κάτοπτρο της περιόδου του καθεστώτος, εκείνο της μετάβασης μετά το 1990, αλλά και ο βαθύτερος βαλκανικός και ιστορικός της εαυτός, που παραμένει ζωντανός μέχρι σήμερα. Αυτές τις διαφορετικές αντανακλάσεις επιχειρεί να φωτίσει και το βιβλίο», εξήγησε.
Στην παρουσίαση παρέστη και ο υφυπουργός Πολιτισμού της Βουλγαρίας, Βίκτορ Στογιάνοφ, ο οποίος αναφέρθηκε στην εγγύτητα των δύο λαών.
«Είμαστε τόσο κοντά με τους Έλληνες και κινούμαστε τόσο παράλληλα, ώστε πολλές φορές ξεχνάμε να αναπτύξουμε ακόμη περισσότερο τις πολιτιστικές μας σχέσεις, επειδή αισθανόμαστε ήδη πολύ κοντά ο ένας στον άλλον», δήλωσε.
Οι ομιλητές εξέφρασαν την ευχή το βιβλίο να μεταφραστεί και στα βουλγαρικά, ώστε –όπως είπαν– «οι γείτονες να δουν πώς εμείς βλέπαμε τη Βουλγαρία τότε και τώρα».