Φώτο: ΑΠΕ

Δικαίωση «ενοικιαζόμενης» υπαλλήλου της Εθνικής Ασφαλιστικής

Το Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτό ότι πραγματικός εργοδότης ήταν η Εθνική Ασφαλιστική και όχι η ICAP και υποχρέωσε την ασφαλιστική να καταβάλει διαφορές αποδοχών.

Σε μια απόφαση σημαντική όχι μόνο για τους εργαζομένους που απασχολούνται στην Εθνική Ασφαλιστική ως ενοικιαζόμενο προσωπικό από την ICAP, αλλά συνολικά για τους υπαλλήλους που απασχολούνται με το ίδιο εργασιακό καθεστώς, το Εφετείο Αθηνών δικαίωσε εργαζόμενη, κάνοντας δεκτό ότι πραγματικός εργοδότης ήταν η Εθνική Ασφαλιστική.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του Συλλόγου Υπαλλήλων Εθνικής Ασφαλιστικής, μία από τους τέσσερις εργαζομένους που είχαν προσληφθεί από την ICAP για τις ανάγκες της ασφαλιστικής και απολύθηκε το 2014 δικαιώθηκε με απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ενώ είχε απορριφθεί η αγωγή της από το Πρωτοδικείο. Πρόκειται, σημειώνεται στην ανακοίνωση του Συλλόγου, για την πρώτη τελεσίδικη απόφαση που κρίνει το καθεστώς εργασίας των «ενοικαζόμενων» εργαζόμενων στην Εταιρία μας και γι’ αυτό τον λόγο είναι μια ιστορική απόφαση δικαίωσης εργαζομένων.

Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την 43/7.1.2020 απόφασή του:

  • Δέχθηκε ότι η αγωγή είναι νόμιμη.
  • Δέχθηκε ότι η εργαζόμενη προσλήφθηκε από την ICAP με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου στις 12.4.2010, η οποία, κατόπιν τριών διαδοχικών ανανεώσεων, μετετράπη, από 13.12.2010 σε αορίστου χρόνου.
  •  Ότι από της προσλήψεώς της, η ICAP σαν εταιρεία προσωρινής απασχόλησης (ΕΠΑ) τη δάνεισε αποκλειστικά στην Εθνική μέχρι που απολύθηκε στις 5.12.2014, όπου εργάσθηκε υπό τη διεύθυνση και επίβλεψη των αρμοδίων υπαλλήλων της Εθνικής, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες, μαζί με το υπόλοιπο προσωπικό.
  • Ότι η ICAP σύναψε με την Εθνική «Σύμβαση Έργου» για το δανεισμό, που στην πραγματικότητα ήταν σύμβαση δανεισμού εργαζομένων. Ότι οι υπάλληλοι αυτοί (μέσω ICAP) είχαν αντίστοιχα καθήκοντα και ίδιες συνθήκες εργασίας με το τακτικό προσωπικό της Εθνικής και επομένως δεν υπήρχε λόγος διαφοροποίησης τους στους όρους εργασίας τους, μεταξύ των οποίων και οι αποδοχές τους.
  • Ότι λάμβανε τις μειωμένες αποδοχές της σύμβασης Εθνικής - ICAP και όχι αυτές των τακτικών υπαλλήλων της Εταιρίας και ότι από 1.1.2011 έως 5.12.2014 της οφείλονταν διαφορές αποδοχών 8.951,93 €, τις οποίες πρέπει να καταβάλει η ICAP.

Τελικά το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή, αναγνώρισε ότι η σύμβαση εργασίας της εργαζόμενης με την ICAP μετατράπηκε από 12.4.2013 σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την Εθνική και υποχρέωσε την Εθνική να καταβάλει στην εργαζόμενη 8.951,93 €, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Σημειώνεται ότι η απόφαση του Εφετείου στο σκεπτικό της αναφέρει ότι η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου της εργαζόμενης με την ICAP, από 12.4.2013 μετατράπηκε σε σύμβαση αορίστου χρόνου με την Εθνική, επειδή από τότε συμπληρώθηκαν 36 μήνες από τότε που η ICAP τη δάνεισε ως εργαζόμενη στην Εθνική (άρθρο 117 παρ. 3 του ν. 4254/2014).

Το αίτημα της αγωγής να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη η καταγγελία και η απόλυσή της απορρίφθηκε, επειδή, η αγωγή δεν ασκήθηκε εντός της αποσβεστικής τρίμηνης προθεσμίας (άρθρο 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955).

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Πώς άλλαξε τον τρόπο που εργαζόμαστε η πανδημία

Σχεδόν ένας στους τρεις (31%) εργαζομένους δήλωσε ότι έχουν αυξηθεί οι ώρες εργασίας του σε σύγκριση με το παρελθόν. Ωστόσο, το 46% δήλωσε ότι έχει αυξήσει τον χρόνο που αφιερώνει σε προσωπικές δραστηριότητες.
ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μέχρι τις 15 Ιουνίου οι δηλώσεις για άδειες ειδικού σκοπού

Σε περίπτωση νέας παράτασης του μέτρου της άδειας ειδικού σκοπού, η γνωστοποίηση των στοιχείων λήψης άδειας ειδικού σκοπού και συσχετιζόμενης κανονικής άδειας γίνεται κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα.