Ανησυχία για τις συνθήκες λειτουργίας των καταστημάτων μεταχειρισμένων ειδών (second hand) εκφράζει ο Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών (ΕΣΑ), επισημαίνοντας ότι η μη τήρηση της νομοθεσίας δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων του κλάδου ένδυσης και υπόδησης.
Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, Θάνος Τσαγγάρης, τονίζει ότι τα καταστήματα second hand οφείλουν, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, να διαθέτουν άδεια λειτουργίας από τον οικείο δήμο, να τηρούν τους υγειονομικούς κανόνες και να παρέχουν αποδεικτικά απολύμανσης και καθαρισμού των προϊόντων τους.
Παράλληλα, η διάθεση των ειδών πρέπει να γίνεται με την ίδια μονάδα μέτρησης με την οποία αυτά αγοράζονται.
Όπως υπογραμμίζει ο κ. Τσαγγάρης, σε πολλές περιπτώσεις οι προβλεπόμενες υποχρεώσεις δεν τηρούνται, ενώ το φαινόμενο έχει ενταθεί την τελευταία πενταετία.
Η λειτουργία τέτοιων καταστημάτων χωρίς τις ίδιες κανονιστικές και οικονομικές επιβαρύνσεις που αντιμετωπίζουν οι νόμιμες επιχειρήσεις, δημιουργεί –όπως σημειώνει– άνισους όρους ανταγωνισμού στην αγορά.
Έλλειψη ελέγχων και ανάγκη συντονισμού
Ο πρόεδρος του ΕΣΑ αναφέρει ότι ο σύλλογος έχει θέσει το ζήτημα δύο φορές στον Δήμο Αθηναίων, χωρίς να υπάρξει η απαιτούμενη ανταπόκριση ως προς τη διενέργεια ελέγχων.
Παράλληλα, σημειώνει ότι η Διυπηρεσιακή Μονάδα Ελέγχου της Αγοράς (ΔΙΜΕΑ) δήλωσε αναρμόδια για το θέμα, ενώ η Περιφέρεια Αττικής παρέπεμψε την αρμοδιότητα στον δήμο.
Για την αντιμετώπιση της κατάστασης, ο Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών προτείνει τη δημιουργία μικτού κλιμακίου ελέγχου, με τη συμμετοχή της Δημοτικής Αστυνομίας, της ΔΙΜΕΑ, της Ελληνικής Αστυνομίας, των υγειονομικών υπηρεσιών και της Περιφέρειας. Στόχος είναι η ενίσχυση των ελέγχων και η διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της νομοθεσίας.
Καταλήγοντας, ο κ. Τσαγγάρης καλεί τις αρμόδιες αρχές να αναλάβουν πρωτοβουλίες για την επίλυση του ζητήματος, υπογραμμίζοντας ότι ο σύλλογος θα συνεχίσει τις παρεμβάσεις του με στόχο την προστασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και τη διατήρηση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς.