Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Αρχής που επεξεργάστηκε ο ΣΕΑΟ, η Ελλάδα παραμένει το 2025 ανάμεσα στις πιο ακριβές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τις λιανικές τιμές πώλησης οινοπνευματωδών ποτών, όπως αλκοολούχα, μπίρα και οίνος.
Το 2025 καταγράφονται σημαντικές διαφορές στις λιανικές τιμές των οινοπνευματωδών ποτών μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, με τις τιμές να εκφράζονται ως δείκτες σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ανάλυση καλύπτει 36 χώρες: τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ, τις τρεις χώρες της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (Ισλανδία, Νορβηγία, Ελβετία) και έξι υποψήφιες χώρες (Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο, Βόρεια Μακεδονία, Σερβία, Τουρκία).
Σύμφωνα με τη Eurostat, η Ισλανδία καταγράφει τις υψηλότερες τιμές στα οινοπνευματώδη ποτά (δείκτης 298,2), ακολουθούμενη από τη Νορβηγία (226,4) και την Τουρκία (210,2). Αντίθετα, η Ιταλία εμφανίζει τις χαμηλότερες τιμές (δείκτης 81,9).
Η μεγάλη διακύμανση οφείλεται κυρίως στις διαφορές στους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης και τις φορολογικές πολιτικές των χωρών. Οι σκανδιναβικές χώρες και η Ιρλανδία εφαρμόζουν υψηλούς φόρους για να αποθαρρύνουν την κατανάλωση αλκοόλ και να χρηματοδοτήσουν τη δημόσια υγεία. Από την άλλη, οι μεσογειακές χώρες, πλην της Ελλάδας, επιβάλλουν χαμηλότερους φόρους για να στηρίξουν την τοπική παραγωγή οίνου και ζύθου.
Συγκριτική κατάταξη τιμών στην ΕΕ
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Φινλανδία (207,3) διατηρεί το υψηλότερο επίπεδο τιμών, με τιμές αλκοόλ 107,3% πάνω από τον μέσο όρο, ενώ ακολουθεί η Ιρλανδία (192,1). Η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη θέση με δείκτη 154, 50% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, μαζί με τη Σουηδία (149,8).
Οι φθηνότερες χώρες είναι η Ιταλία (81,9), η Γερμανία (14% κάτω από τον μέσο όρο), καθώς και η Αυστρία, η Ισπανία και η Τσεχία, που βρίσκονται περίπου 10% κάτω από τον μέσο όρο. Η Γαλλία αποτελεί εξαίρεση με τιμές μόλις 1% υψηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Η Ελλάδα διαφοροποιείται ως προς τη φορολόγηση στον μεσογειακό νότο, καθώς διατηρεί υψηλούς συντελεστές ΕΦΚ και ΦΠΑ στα αλκοολούχα ποτά και την μπίρα, κάτι που εφαρμόστηκε κατά την οικονομική κρίση. Αυτή η πολιτική αυξάνει το κόστος για τον καταναλωτή και δημιουργεί προϋποθέσεις για την εξάπλωση του παράνομου εμπορίου.
Ανταγωνιστικότητα και φορολογικά βάρη
Η χώρα είναι η 3η πιο ακριβή στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, με δείκτη τιμών 154, δηλαδή 54% υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μεταξύ των μεσογειακών και τουριστικά ανταγωνιστικών χωρών, η Ελλάδα ξεχωρίζει για τις υψηλές τιμές σε σχέση με την Κροατία, τη Μάλτα, την Κύπρο, την Πορτογαλία, τη Γαλλία, την Ισπανία και την Ιταλία.
Σε ευρύτερη ευρωπαϊκή σύγκριση, η Ελλάδα βρίσκεται στην 7η θέση μεταξύ των 36 χωρών που εξετάστηκαν. Προηγούνται χώρες με διαφορετική προσέγγιση στη φορολόγηση και την κατανάλωση αλκοόλ.
Όσον αφορά την αγοραστική δύναμη, η Ελλάδα έχει τον υψηλότερο ΕΦΚ αλκοολούχων στην ΕΕ, 32% πάνω από τον μέσο όρο. Σε σύγκριση με αντίστοιχες τουριστικές αγορές, ο ΕΦΚ είναι κατά 1.188 ευρώ υψηλότερος από τη Μάλτα, 649 ευρώ από τη Γαλλία και πάνω από 1.500 ευρώ από Ιταλία, Ισπανία, Κροατία και Κύπρο.
Η υψηλή τιμή των ποτών λειτουργεί ως ανταγωνιστικό μειονέκτημα για το τουριστικό προϊόν της χώρας και ενισχύει το λαθρεμπόριο από γειτονικές χώρες.
Σύμφωνα με τον ΣΕΑΟΠ, ο ΕΦΚ τα τελευταία χρόνια αντιστοιχεί στο 1/3 της τελικής τιμής των αλκοολούχων ποτών, ενώ μαζί με το ΦΠΑ, οι φόροι αποτελούν το 55% της τελικής τιμής ενός τυπικού αλκοολούχου ποτού. Για το τσίπουρο και την τσικουδιά το ποσοστό είναι 50%, ενώ για το ούζο φτάνει το 57%.
Είναι χαρακτηριστικό πως το 2009 οι τιμές στην Ελλάδα ήταν κατά 8% υψηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ το 2025 είναι κατά 54% υψηλότερες, τοποθετώντας τη χώρα στην τρίτη θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27.