Το νέο κύμα ανατιμήσεων τον Σεπτέμβριο αναζωπύρωσε τον πληθωρισμό στην Ελλάδα, εντείνοντας τις εκτιμήσεις των αγορών για πιθανές περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων στη ευρωζώνη.
Όπως αναφέρεται στο Inflation Monitor της Τράπεζας της Ελλάδας (ΤτΕ), ο εναρμονισμένος πληθωρισμός ανήλθε στο 5,1% από 3,7% τον Αύγουστο, ενώ στην ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 3,8%. Για το πρώτο εννεάμηνο του 2026, ο μέσος πληθωρισμός στην Ελλάδα καταγράφεται στο 3,8%.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει ήδη προχωρήσει σε αύξηση των βασικών επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο και άλλες 25 τον Σεπτέμβριο. Το επιτόκιο καταθέσεων ανήλθε στο 2,50%, από 2%. Οι αγορές θεωρούν πλέον πολύ πιθανή ακόμη μία αύξηση 25 μονάδων βάσης τον Δεκέμβριο, ενώ αναμένουν δύο επιπλέον αυξήσεις έως το τέλος του 2027. Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από έναν μήνα, οι δύο αυτές αυξήσεις τοποθετούνταν χρονικά νωρίτερα (έως τα μέσα του 2027).
Η αύξηση του πληθωρισμού στην Ελλάδα δεν περιορίζεται στην ενέργεια. Οι υπηρεσίες παραμένουν ο βασικός επίμονος παράγοντας, με τον πληθωρισμό τους να φθάνει στο 6,4% τον Σεπτέμβριο από 4,5% τον Αύγουστο. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι αυξήσεις στις τιμές ξενοδοχείων και αεροπορικών εισιτηρίων, λόγω ισχυρής τουριστικής ζήτησης. Ταυτόχρονα, η ενεργειακή συνιστώσα επιταχύνθηκε στο 25,4%, με άνοδο στις τιμές καυσίμων, ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Ο δομικός πληθωρισμός, εξαιρουμένων ενέργειας και τροφίμων, ανήλθε στο 4,6% από 3,8%.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η επιτάχυνση αποδίδεται επίσης στις υπηρεσίες, την ενέργεια και τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα. Οι τιμές του πετρελαίου κινήθηκαν κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι στις αρχές Οκτωβρίου, υπό την επίδραση των κινδύνων εφοδιασμού και μεταφοράς στη Μέση Ανατολή. Αν και οι βραχυπρόθεσμες προσδοκίες πληθωρισμού στις αγορές μειώθηκαν, το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί πηγή αβεβαιότητας.
Σύμφωνα με τις προβολές του Ευρωσυστήματος, με στοιχεία έως τον Αύγουστο, ο ελληνικός πληθωρισμός προβλέπεται στο 3,5% για το 2026, με περαιτέρω αποκλιμάκωση στο 2,7% το 2027 και στο 2,2% το 2028. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στην υπόθεση μείωσης των διεθνών τιμών ενέργειας. Ωστόσο, οι επίμονες πιέσεις στις υπηρεσίες και πιθανές έμμεσες επιδράσεις από το ενεργειακό κόστος διατηρούν τους κινδύνους. Για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ο συνδυασμός ακριβότερων αγαθών και υψηλότερου κόστους δανεισμού προμηνύει παρατεταμένη πίεση, ενώ η πορεία των τιμών το επόμενο διάστημα θα καθορίσει τις αποφάσεις της ΕΚΤ.