Στα 18,2 δισ. ευρώ έφτασαν οι εισπράξεις του τουρισμού στην Ελλάδα στο οκτάμηνο του 2026, καταγράφοντας αύξηση 9,4% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι εισπράξεις ενισχύθηκαν κατά περίπου 1,56 δισ. ευρώ, ενώ οι αφίξεις ταξιδιωτών από το εξωτερικό αυξήθηκαν κατά 10%.
Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε και τον Αύγουστο, με τις ταξιδιωτικές εισπράξεις να διαμορφώνονται στα 4,87 δισ. ευρώ, από 4,57 δισ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα, σημειώνοντας αύξηση 6,5%. Ακόμη ισχυρότερη ήταν η άνοδος των αφίξεων, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά 13,4%.
Η αύξηση των εισπράξεων ενίσχυσε το ταξιδιωτικό πλεόνασμα, το οποίο διαμορφώθηκε σε 15,42 δισ. ευρώ στο οκτάμηνο, από 14,34 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Οι ταξιδιωτικές πληρωμές, που αφορούν δαπάνες κατοίκων Ελλάδας στο εξωτερικό, ανήλθαν σε 2,78 δισ. ευρώ, έναντι 2,30 δισ. ευρώ πέρυσι.
Η θετική πορεία του τουρισμού αποτέλεσε τον βασικό παράγοντα διεύρυνσης του πλεονάσματος υπηρεσιών στα 16,7 δισ. ευρώ, αντισταθμίζοντας μέρος της επιδείνωσης στα ισοζύγια μεταφορών και λοιπών υπηρεσιών.
Τον Αύγουστο, πάντως, η αύξηση των αφίξεων ήταν αισθητά μεγαλύτερη από εκείνη των εισπράξεων. Στο σύνολο του οκταμήνου η απόσταση ήταν μικρότερη, με τις αφίξεις να ενισχύονται κατά 10% και τις εισπράξεις κατά 9,4%.
Πλεόνασμα τον Αύγουστο, πιέσεις στο οκτάμηνο
Συνολικά, τον Αύγουστο το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εμφάνισε πλεόνασμα 1,7 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 533 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον ίδιο μήνα του 2025. Η βελτίωση προήλθε κυρίως από τον περιορισμό του ελλείμματος πρωτογενών εισοδημάτων και, σε μικρότερο βαθμό, από την ενίσχυση του πλεονάσματος υπηρεσιών.
Στο οκτάμηνο, ωστόσο, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε στα 8,9 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά περίπου 2,4 δισ. ευρώ έναντι της αντίστοιχης περσινής περιόδου. Βασική αιτία ήταν η επιδείνωση του ισοζυγίου δευτερογενών εισοδημάτων, κυρίως λόγω χαμηλότερων καθαρών εισπράξεων στους τομείς εκτός γενικής κυβέρνησης.
Αντίθετα, το έλλειμμα αγαθών περιορίστηκε, καθώς η αύξηση των εξαγωγών υπερέβη εκείνη των εισαγωγών. Σε τρέχουσες τιμές, οι εξαγωγές ενισχύθηκαν κατά 17,3% και οι εισαγωγές κατά 9,3%. Χωρίς τα καύσιμα, οι αντίστοιχες αυξήσεις διαμορφώθηκαν σε 9,6% και 4,1%.