Οι πιέσεις στα γαλλικά ομόλογα, το αυξανόμενο δημόσιο χρέος και το πολιτικό αδιέξοδο επαναφέρουν στις αγορές τη συζήτηση για τον κίνδυνο μιας νέας κρίσης χρέους στην ευρωζώνη.
Αυτή τη φορά, στο επίκεντρο βρίσκεται η Γαλλία, με τους επενδυτές να αναζητούν ομοιότητες αλλά και διαφορές με την ελληνική κρίση.
Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου έφθασε αυτόν τον μήνα στο 5%, για πρώτη φορά από το 2002, ενώ η διαφορά απόδοσης έναντι του αντίστοιχου γερμανικού τίτλου διευρύνθηκε στις 1,78 ποσοστιαίες μονάδες, σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από τα τέλη του 2011.
Οι βίαιες διαδηλώσεις της 17ης Οκτωβρίου έχουν εντείνει την κοινωνική ένταση, ενώ ένα πολωμένο κοινοβούλιο παρεμποδίζει τα σχέδια της κυβέρνησης για τη μείωση του χρέους. Με τις εκλογές να απέχουν μόλις 6 μήνες, η Γαλλία έχει εξελιχθεί σε σημαντική εστία πίεσης στις ευρωπαϊκές αγορές.
Ωστόσο, τα προβλήματά της έχουν ουσιώδεις διαφορές από την ελληνική κρίση που απείλησε ολόκληρο το εγχείρημα του ευρώ. Η ανησυχία των επενδυτών εστιάζεται κυρίως στο μέγεθος της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο χρέος των 3,6 τρισ. ευρώ, που βρίσκεται σε ευρεία κατοχή διεθνώς.
Οι πιέσεις στα ομόλογα και η σύγκριση με την Ελλάδα
Το γαλλικό χρέος έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα φέτος, προκαλώντας στους επενδυτές μεγαλύτερες απώλειες από οποιαδήποτε άλλη μεγάλη αγορά κρατικών ομολόγων. Η άνοδος των αποδόσεων οφείλεται εν μέρει στην ενεργειακή κρίση, η οποία ανάγκασε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (EKT) να αυξήσει τα επιτόκια, αλλά αντανακλά επίσης την επιδείνωση του επενδυτικού κλίματος απέναντι στη χώρα.
Η κατάσταση, πάντως, απέχει πολύ από όσα συνέβησαν στην Ελλάδα. Ενώ το γαλλικό spread έφθασε στις 1,78 ποσοστιαίες μονάδες, το αντίστοιχο ελληνικό είχε ξεπεράσει τις 35 ποσοστιαίες μονάδες. Επιπλέον, η Γαλλία εξακολουθεί να έχει πρόσβαση στις αγορές, σε αντίθεση με την Ελλάδα, η οποία αποκλείστηκε από αυτές.
Διαφορά υπάρχει και στην αναλογία του χρέους προς το μέγεθος της οικονομίας. Στην Ελλάδα και στην αρχή της κρίσης, το 2009, το δημόσιο χρέος αντιστοιχούσε περίπου στο 129% του ΑΕΠ. Ακολούθησε ραγδαία αύξηση, με τον δείκτη να ξεπερνά το 200% κατά την πανδημία, προτού αρχίσει να υποχωρεί.
Αντίθετα, ο γαλλικός δείκτης αυξάνεται και βρίσκεται στο 119% του ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 87% στην ευρωζώνη.
Η βασική διαφορά έγκειται, όμως, στο απόλυτο ύψος του χρέους. Τα 3,6 τρισ. ευρώ της Γαλλίας είναι περίπου δεκαπλάσια από το ελληνικό χρέος του 2011. Περίπου το 60% των γαλλικών ομολόγων βρίσκεται εκτός χώρας, γεγονός που σημαίνει ότι οι επιπτώσεις μιας κρίσης θα εξαπλώνονταν διεθνώς. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους επενδυτικές εταιρείες όπως η Franklin Templeton ανησυχούν για το ενδεχόμενο μιας ακόμη μεγαλύτερης δοκιμασίας.
Το δύσκολο στοίχημα των δημοσιονομικών
Το γαλλικό έλλειμμα είναι σημαντικά μικρότερο από εκείνο της Ελλάδας κατά την έναρξη της κρίσης. Στην ελληνική περίπτωση, η εσφαλμένη αποτύπωση του μεγέθους του ελλείμματος είχε κλονίσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Στη Γαλλία δεν υπάρχουν αντίστοιχα στοιχεία παραπλανητικής παρουσίασης των δημοσιονομικών προβλημάτων. Ωστόσο, η χώρα έχει επανειλημμένα αποτύχει να επιτύχει τους στόχους της, καθώς τα φορολογικά έσοδα ήταν απογοητευτικά, η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε και οι κυβερνήσεις μειοψηφίας δυσκολεύονταν να εξασφαλίσουν στήριξη για μέτρα λιτότητας.
Ακόμη και ο στόχος για μικρή μείωση του ελλείμματος στο 5% του ΑΕΠ φέτος, από 5,1% το 2025, έχει εγκαταλειφθεί. Η κυβέρνηση προβλέπει πλέον ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 5,1% του ΑΕΠ.
Τα φορολογικά έσοδα συγκαταλέγονται ήδη μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρώπη ως ποσοστό του ΑΕΠ, περιορίζοντας τα περιθώρια περαιτέρω αύξησης των φόρων χωρίς πλήγμα στην ανάπτυξη.
Η Ελλάδα, αντίθετα, αντιμετώπιζε εκτεταμένη και συστηματική φοροδιαφυγή και μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά τα έσοδα μέσω της αναμόρφωσης της είσπραξης των φόρων.
Το βάρος στη Γαλλία πέφτει επομένως στις δημόσιες δαπάνες, οι οποίες φθάνουν στο 57% του ΑΕΠ, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη μετά τη Φινλανδία. Η γήρανση του πληθυσμού και η αύξηση του κόστους υγείας δυσκολεύουν τον περιορισμό τους, ενώ οι περικοπές στις κοινωνικές παροχές συναντούν πολιτικές αντιδράσεις.
«Τελικά, η Γαλλία χρειάζεται μια συζήτηση για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος και, γενικότερα, μια συζήτηση σχετικά με το μέγεθος των παροχών που μπορεί να προσφέρει η κυβέρνηση», δήλωσε αυτόν τον μήνα ο Ροντρίγκο Βάλντες, επικεφαλής του τμήματος δημοσιονομικών υποθέσεων του ΔΝΤ.
Τα στηρίγματα της οικονομίας και των τραπεζών
Η γαλλική οικονομία είναι σημαντικά μεγαλύτερη και περισσότερο διαφοροποιημένη από ό,τι ήταν η ελληνική στην αρχή της κρίσης, με ισχυρή παρουσία στα είδη πολυτελείας, την αεροδιαστημική και τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η BNP Paribas επισημαίνει επίσης την ηγετική θέση της χώρας στην Ευρώπη στην εφοδιαστική και την τεχνολογία.
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Γαλλίας είναι σχεδόν ισοσκελισμένο, ενώ η Ελλάδα το 2009 εμφάνιζε έλλειμμα περίπου 12% του ΑΕΠ. Η Γαλλία εξαρτάται επίσης λιγότερο από τα ορυκτά καύσιμα, καθώς παράγει το μεγαλύτερο μέρος της ηλεκτρικής της ενέργειας από πυρηνικά και ανανεώσιμες πηγές.
Σημαντικές διαφορές υπάρχουν και στο τραπεζικό σύστημα. Η πτώση των τιμών των κρατικών ομολόγων προκαλεί ανησυχίες, όμως οι γαλλικές τράπεζες διαθέτουν μεγαλύτερη διαφοροποίηση και σημαντικά κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας, λειτουργώντας παράλληλα υπό αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο.
Στην Ελλάδα, οι ζημιές από την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους ουσιαστικά εξάλειψαν την κεφαλαιακή βάση των τραπεζών. Η συρρίκνωση του δανεισμού και η βαθιά ύφεση τροφοδότησαν έναν «φαύλο κύκλο», με ραγδαία αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανάγκη εκτεταμένης ανακεφαλαιοποίησης.
Οι ευρωπαϊκές γραμμές άμυνας
Σε σχέση με την εποχή της ελληνικής κρίσης, η ευρωζώνη διαθέτει πλέον περισσότερα εργαλεία αντιμετώπισης των αναταράξεων. Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας μπορεί να χορηγεί δάνεια με αντάλλαγμα οικονομικές μεταρρυθμίσεις.
Η ΕΚΤ διαθέτει επίσης το πρόγραμμα Outright Monetary Transactions (OMT), το οποίο προβλέπει αγορές ομολόγων υπό αυστηρούς όρους και δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ, καθώς και το Transmission Protection Instrument (TPI).
Το δεύτερο επιτρέπει την αγορά κρατικών ομολόγων όταν οι κινήσεις της αγοράς κρίνονται αδικαιολόγητες από τα οικονομικά θεμελιώδη μεγέθη και παρεμποδίζουν τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.
Μέχρι στιγμής, πάντως, η ΕΚΤ έχει αποκρούσει τις εικασίες περί παρέμβασης, τονίζοντας ότι εναπόκειται στη Γαλλία να διορθώσει την κατάσταση.