Εθνική: Ένεση ρευστότητας 15,5 δισ. χρειάζονται οι επιχειρήσεις

Ύφεση 7,5% και απώλειες τζίρου της τάξεως των 50 δισ. ευρώ για τον επιχειρηματικό τομέα προβλέπει μελέτη της Εθνικής. Απαιτείται πρόσθετη ρευστότητα τουλάχιστον 9 δισ. από κρατικά προγράμματα και 6,5 δισ. από τις τράπεζες.

Γενναία ένεση ρευστότητας, που υπολογίζεται σε άλλα 15,5 δισ. ευρώ, από τα κρατικά προγράμματα παροχής ρευστότητας και τις τράπεζες θα χρειασθούν οι ελληνικές επιχειρήσεις για να αποφευχθεί ένα επεισόδιο «ασφυξίας» (liquidity crunch), όπως υπολογίζουν οι αναλυτές της Εθνικής Τράπεζας, που τονίζουν ότι, με βάση ένα μετριοπαθές σενάριο για την εξέλιξη της κρίσης της πανδημίας (με ύφεση 7,5% και χωρίς νέο lockdown), ο επιχειρηματικός τομέας της χώρας θα χάσει φέτος τζίρο της τάξεως των 50 δισ. ευρώ (πάνω από το ένα τέταρτο του ΑΕΠ).

Οι αναλυτές της Εθνικής έκαναν μια πρωτότυπη ερευνητική εργασία, καταρτίζοντας ένα συγκεντρωτικό ισολογισμό των ελληνικών επιχειρήσεων με βάση ένα δείγμα 30.000 επιχειρήσεων. Για να αποτυπώσουν την οικονομική εικόνα των επιχειρήσεων εν μέσω της κρίσης, συνεκτίμησαν και τη θετική επίδραση των μέτρων στήριξης που έχει λάβει ως τώρα η κυβέρνηση.

Με βάση αυτή την ανάλυση, η Εθνική προειδοποιεί για σοβαρούς κινδύνους, εάν δεν υπάρξουν κατάλληλες παρεμβάσεις από το κράτος και τις τράπεζες για τη στήριξη των επιχειρήσεων. Όπως σημειώνουν,

  • Η ξαφνική εκδήλωση και η ένταση της διαταραχής, που αποτυπώνεται στην πρωτοφανή κάμψη του κύκλου εργασιών του επιχειρηματικού τομέα κατά 31,8% ετησίως το δίμηνο Απριλίου-Μαΐου, δημιούργησε μία ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση: αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα η έντονη συρρίκνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας – μέσω κατάλληλων δράσεων από τις επιχειρήσεις και επαρκή βοήθεια από το κράτος και το χρηματοπιστωτικό σύστημα – τότε μπορεί να δημιουργηθούν σοβαρές δυσλειτουργίες στο κύκλωμα διάχυσης της ρευστότητας στην οικονομία, εξαιτίας των λεγόμενων χρηματοπιστωτικών τριβών (financial frictions), οι οποίες μπορεί, εν τέλει, να οδηγήσουν ακόμη και σε χρηματοοικονομική ασφυξία, επιτείνοντας το πλήγμα στην οικονομία (credit/liquidity crunch).
  • Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να εξαντλήσει τα όρια αντοχής ακόμη και υγειών επιχειρήσεων, οδηγώντας σε αθετήσεις υποχρεώσεων, κλείσιμο επιχειρήσεων, συρρίκνωση της απασχόλησης και ακόμη πιο βαθιά ύφεση.

Ειδικότερα, τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης δείχνουν, μεταξύ άλλων, ότι το κενό ρευστότητας στις επιχειρήσεις θα φθάσει τα 33 δισ. ευρώ. Όπως σημειώνεται,

  1. Υποθέτοντας ότι η πανδημία στην Ελλάδα θα παραμείνει υπό έλεγχο μέχρι το τέλος του έτους και σε αντιστοιχία με ένα σενάριο συρρίκνωσης του ΑΕΠ κατά 7½ % στο σύνολο του 2020, εκτιμούμε ότι οι πωλήσεις του επιχειρηματικού τομέα θα μειωθούν κατά 19% το 2020 (δηλαδή, περίπου κατά €50 δισ.).
  2. Σύμφωνα με το «Υπόδειγμα Ενοποιημένου Ισολογισμού του Επιχειρηματικού Τομέα», η εν λόγω πτώση της ζήτησης (παρά την προσπάθεια περιορισμού του κόστους μέσω, μεταξύ άλλων, μείωσης της δαπάνης για πρώτες ύλες από την πλευρά των επιχειρήσεων) εκτιμάται ότι θα περιορίσει τα ταμειακά διαθέσιμα για το 84% του επιχειρηματικού τομέα, δημιουργώντας ένα κενό ρευστότητας της τάξης των €33 δις. Στο σημείο αυτό, επισημαίνουμε ότι οι υψηλότερες ανάγκες για κεφάλαιο κίνησης παρουσιάζονται στον κλάδο του εμπορίου (€12 δις), ενώ οι πιο επείγουσες στην εστίαση (55% των πωλήσεων).

Τι μπορεί να γίνει για να αποφευχθεί η ασφυξία των επιχειρήσεων, με όλα όσα μπορεί να συνεπάγεται; Οι αναλυτές της Εθνικής σημειώνουν ότι ως τώρα τα μέτρα που έχουν ληφθεί κλείνουν το χάσμα ρευστότητας κατά περίπου 12 δισ. ευρώ: «Η έγκαιρη υιοθέτηση μέτρων από την κυβέρνηση (όπως επιδοτήσεων εργασιακού και ασφαλιστικού κόστους, καταβολής επιδομάτων για εργαζόμενους με  αναστολή συμβάσεων, επιδότηση επιτοκίων, αναστολή πληρωμών φόρων και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, βραχυπρόθεσμες ταμειακές διευκολύνεις), σε συνδυασμό με την άμεση αντίδραση των τραπεζών να «παγώσουν» την πληρωμή χρεολυσίων, περιόρισε το παραπάνω κενό κατά περίπου €12 δις».

Όμως, θα χρειασθούν και πρόσθετες, σημαντικές ενέσεις ρευστού. Όπως τονίζεται,

  • «Υποθέτοντας ότι οι επιχειρήσεις θα χρησιμοποιήσουν το ½ του διαθέσιμου «ταμειακού μαξιλαριού» που έχουν (περίπου €6 δις), το εναπομείναν κενό ρευστότητας περιορίζεται στα €15,5 δις, το οποίο εκτιμούμε ότι μπορεί να καλυφθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος του από:

- Την αξιοποίηση των εγγυοδοτικών προγραμμάτων και των ΤΕΠΙΧ (€9 δις), καθώς και

- την παροχή νέων δανείων και αναχρηματοδοτήσεων, καθώς και

- Την πληρέστερη χρήση των πιστωτικών γραμμών.

Δηλαδή, το τραπεζικό σύστημα θα κληθεί να προσφέρει ρευστότητα της τάξεως των 6,5 δισ. ευρώ, πέρα από τα 9 δισ. ευρώ που κατευθύνονται στις επιχειρήσεις μέσω των κρατικών προγραμμάτων (Εγγυοδοτικό, ΤΕΠΙΧ ΙΙ).

Αν γίνουν αυτές οι παρεμβάσεις, οι αναλυτές της ΕΤΕ εκτιμούν ότι ο επιχειρηματικός τομέας θα αποφύγει τα χειρότερα. Όπως επισημαίνουν,

  • «Mε την ταυτόχρονη αντίδραση (α) των επιχειρήσεων (περιορισμός κόστους), (β) της κυβέρνησης (μέτρα ελάφρυνσης και στήριξης τραπεζικού δανεισμού) και (γ) των τραπεζών (πάγωμα χρεολυσίων, αναχρηματοδοτήσεις και νέος δανεισμός), το κενό ρευστότητας που δημιούργησε η πτώση της ζήτησης λόγω πανδημίας σχεδόν καλύπτεται. Έτσι, φαίνεται ότι λειτουργεί ένα επιτυχές «φρένο» στις δευτερογενείς επιδράσεις της υγειονομικής κρίσης στην ελληνική οικονομία (που θα πρόκυπταν από τη χρηματοοικονομική ασφυξία ενός σημαντικού ποσοστού επιχειρήσεων), υπό την προϋπόθεση ότι η υγειονομική κρίση παραμένει υπό έλεγχο στο υπόλοιπο του έτους».

Η ύφεση θα περιορισθεί σε -7,5%

Οι νεότερες εκτιμήσεις της Εθνικής για την ύφεση αναφέρουν ότι δεν θα ξεπεράσει το 8%, κάτι που εκτιμούν επίσης η κυβέρνησης και η Τράπεζα της Ελλάδος.

«Το υπόδειγμά μας», αναφέρει η Εθνική, «εκτιμά ότι η πτώση του επιχειρηματικού ΑΕΠ (εκτιμώμενου βάσει των εισοδημάτων των παραγωγικών συντελεστών στον επιχειρηματικό τομέα) θα είναι της τάξης του 12% το 2020 (περίπου €10 δις), αντανακλώντας συρρίκνωση των λειτουργικών κερδών κατά 15% (περίπου €7 δις) και πτώση του εισοδήματος εργασίας κατά €3 δις (-8% σε ετήσια βάση συμπεριλαμβανομένων των μέτρων στήριξης).

Η μείωση των συγκεκριμένων μεγεθών (κερδών και αμοιβής εργασίας) σε επίπεδο οικονομίας θα είναι σημαντικά ηπιότερη, 10.0% και 5.8% ετησίως αντίστοιχα, λόγω, κυρίως, της ανθεκτικότητας της δραστηριότητας του δημόσιου τομέα (συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων επενδύσεων και του τομέα υγείας)  και του πρωτογενούς τομέα. Οι ανωτέρω εκτιμήσεις είναι συμβατές με ετήσια συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 7,5% το 2020.

Ως εκ τούτου, στο σκέλος της αγοράς εργασίας, η μείωση της απασχόλησης στο σύνολο της οικονομίας αναμένεται να κορυφωθεί το 3ο τρίμηνο, με άνω του 90% από την απώλεια θέσεων εργασίας να προέρχεται από τον επιχειρηματικό τομέα. Αντίστοιχα, το ποσοστό ανεργίας θα  κορυφωθεί το 3ο τρίμηνο, αλλά θα επανέλθει άμεσα σε πτωτική τάση και σε επίπεδα αισθητά χαμηλότερα του 20% το 4ο τρίμηνο του 2020».

Πάντως, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι όλες οι παραπάνω εκτιμήσεις βασίζονται στην υπόθεση ότι δεν θα έχουμε νέο lockdown. Οι ανωτέρω εκτιμήσεις υποθέτουν ότι η υγειονομική κρίση παραμένει υπό έλεγχο στο υπόλοιπο του έτους – με χρήση στοχευμένων μόνο παρεμβάσεων – χωρίς την ανάγκη λήψης εκτεταμένων περιοριστικών μέτρων σε εθνικό επίπεδο και χωρίς σημαντική αύξηση της αβεβαιότητας στο υπόλοιπο του έτους.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ποιοι κλάδοι «καίγονται» για ρευστό: Κενό χρηματοδότησης 33 δισ.

Ανάγκες ρευστότητας που φθάνουν στο 55% του τζίρου και είναι σε επικίνδυνο βαθμό ακάλυπτες έχει ο κλάδος της εστίασης, σύμφωνα με ανάλυση της Εθνικής. Ακολουθούν ξενοδοχεία, μεταφορές και λιανεμπόριο.