Ολοκληρώθηκε η σύσκεψη υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, με αντικείμενο την ενημέρωση για την εφαρμογή των μέτρων βιοασφάλειας στην αντιμετώπιση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων.
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, οι επικεφαλής των αρμόδιων υπουργείων και φορέων τόνισαν ότι το ζήτημα παρακολουθείται στενά και αναμένονται νέες ανακοινώσεις εντός των επόμενων 24 ωρών.
Στη σύσκεψη συμμετείχαν ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Κώστας Τσιάρας, καθώς και εκπρόσωποι από το γραφείο του πρωθυπουργού, το υπουργείο και επιστημονικοί φορείς.
Ακολουθούν ερωτήσεις και απαντήσεις σχετικά με την ευλογιά των αιγοπροβάτων, βασισμένες στις επισημάνσεις της Εθνικής Επιστημονικής Επιτροπής Διαχείρισης και Ελέγχου της Ευλογιάς:
Δεν υπάρχει «εύκολη λύση» μέσω εμβολιασμού αντί της εφαρμογής μέτρων βιοασφάλειας. Η ευλογιά αιγοπροβάτων αποτελεί νόσημα Κατηγορίας Α στην ΕΕ, με στόχο την πλήρη εκρίζωση. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο προβλέπει αυστηρά μέτρα, όπως stamping out, ζώνες προστασίας και περιορισμούς μετακινήσεων.
Ο εμβολιασμός μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια του καθεστώτος «ελεύθερης χώρας» και να έχει σημαντικές επιπτώσεις στις εξαγωγές.
Ο εμβολιασμός δεν αποτελεί άμεση λύση για την εξάλειψη της επιδημίας. Δεν σταματά αυτόματα τη διασπορά, ενώ μπορεί να καλύψει υποκείμενες λοιμώξεις και να περιπλέξει τη διάγνωση, παρατείνοντας την επιζωοτία. Σε χώρες όπου εφαρμόστηκε, η ευλογιά έγινε ενδημική, με συνέπεια συνεχείς απώλειες και θανατώσεις ζώων.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπάρχουν εγκεκριμένα ή ασφαλή εμβόλια για την ευλογιά αιγοπροβάτων. Η χρήση μη εγκεκριμένων σκευασμάτων θεωρείται παράνομη και επικίνδυνη, ενώ προκαλεί άμεσους περιορισμούς στο διεθνές εμπόριο.
Ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΟΦ) έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν υπάρχει αδειοδοτημένο εμβόλιο κατά της ευλογιάς των αιγοπροβάτων.
Οι Κτηνιατρικές Σχολές της Ελλάδας, τόσο του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας όσο και του ΑΠΘ, έχουν ταχθεί κατά της χρήσης εμβολίου, επισημαίνοντας ότι μόνο τα μέτρα βιοασφάλειας μπορούν να οδηγήσουν στην εκρίζωση της ασθένειας.
Τα διαθέσιμα εμβόλια στην τράπεζα εμβολίων της ΕΕ είναι ιορδανικής προέλευσης, καλύπτουν περιορισμένο ποσοστό του ζωικού πληθυσμού και περιέχουν ζωντανό στέλεχος του ιού, γεγονός που ενέχει κινδύνους περαιτέρω μετάδοσης. Η χρήση τους επιτρέπεται μόνο ως έσχατη λύση και δεν αντικαθιστά τη θανάτωση των ζώων όπου απαιτείται.
Η αυθαίρετη χορήγηση εμβολίων όχι μόνο δεν βοηθά, αλλά υπονομεύει τον έλεγχο της νόσου. Τα υπάρχοντα εμβόλια δεν επιτρέπουν διάκριση μεταξύ μολυσμένων και εμβολιασμένων ζώων, καταστρέφοντας έτσι την επιτήρηση και οδηγώντας σε υποχρεωτική θανάτωση κοπαδιών.
Τα μέτρα βιοασφάλειας αποτελούν τη βάση κάθε στρατηγικής για τον έλεγχο της ευλογιάς. Η αυστηρή εφαρμογή τους είναι ευθύνη των Περιφερειών και η μη συμμόρφωση συνδέεται άμεσα με την εξάπλωση της νόσου. Οι παράνομες μετακινήσεις και η μη τήρηση των μέτρων βιοασφάλειας είναι οι βασικές αιτίες διασποράς.
Η επίκληση της αποκαλούμενης «επιστολής Βάρχελι» είναι παραπλανητική. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δηλώσει ότι ο εμβολιασμός αποτελεί μόνο έσχατο μέτρο και όχι βασική στρατηγική, με τις αποφάσεις να λαμβάνονται θεσμικά και βάσει επιστημονικών γνωμοδοτήσεων.
Οι αποζημιώσεις για τους κτηνοτρόφους των οποίων τα ζώα θανατώθηκαν φθάνουν έως και 250 ευρώ ανά ζώο, τα υψηλότερα ποσά στην ΕΕ, ενώ έχουν δοθεί επιπλέον ενισχύσεις για αγορά ζωοτροφών.
Συνολικά, το 2025 έχουν καταβληθεί 167,4 εκατ. ευρώ για ενισχύσεις σχετικές με επιζωοτίες και ζωονόσους, εκ των οποίων 69,7 εκατ. ευρώ για ζωοτροφές, 62 εκατ. ευρώ για θανατωμένα ζώα, 28,5 εκατ. ευρώ για χαμένο εισόδημα και 7,2 εκατ. ευρώ για λειτουργικές δαπάνες των Περιφερειών.
Η Εθνική Επιστημονική Επιτροπή Διαχείρισης και Ελέγχου της Ευλογιάς χαρακτηρίζει ψευδές το δίλημμα «εμβόλιο ή βιοασφάλεια». Υπογραμμίζει ότι χωρίς αυστηρή εφαρμογή των μέτρων, κανένα εργαλείο δεν μπορεί να αποδώσει και ότι η παραπληροφόρηση παρατείνει την κρίση, ζημιώνοντας τους κτηνοτρόφους.
Η μόνη υπεύθυνη στρατηγική για την εκρίζωση της νόσου είναι η πιστή εφαρμογή των επιστημονικά τεκμηριωμένων μέτρων βιοασφάλειας, με τη συνεργασία όλων των αρμόδιων φορέων, από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και τις Περιφέρειες, μέχρι την Ελληνική Αστυνομία και το Λιμενικό.