Σοβαρότητα και υπευθυνότητα ζητούν οι Τομείς Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Δικαιοσύνης και Ψυχικής Υγείας του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, σχολιάζοντας τις δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου για τη δολοφονία στη Γλυφάδα.
Όπως επισημαίνουν, τέτοια τραγικά περιστατικά απαιτούν σεβασμό στα θύματα και όχι προσέγγιση με φόβο ή ποινικό λαϊκισμό.
Στην κοινή ανακοίνωση τους, οι αρμόδιοι Τομείς του ΠΑΣΟΚ υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση επιλέγει την πολιτική εργαλειοποίηση της τραγωδίας, αντί να αντιμετωπίσει ουσιαστικά το ζήτημα. Τονίζουν ότι η ψυχική νόσος δεν ταυτίζεται με επικινδυνότητα και δεν πρέπει να γίνεται αφορμή για αυταρχικές πολιτικές ή προπαγάνδα.
Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία, ο δράστης αντιμετώπιζε σοβαρό ψυχικό νόσημα. Το ελληνικό νομικό σύστημα, όπως τονίζεται, διαθέτει ήδη θεσμικά εργαλεία για την αντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων, κυρίως όσον αφορά μέτρα ασφαλείας και υποχρεωτική νοσηλεία.
Η ανακοίνωση επισημαίνει ότι η φυλακή δεν αποτελεί λύση για κάθε ψυχική νόσο και ότι τα υπάρχοντα μέτρα χρειάζονται επανεξέταση, αναμόρφωση και ενίσχυση με κατάλληλο εξειδικευμένο προσωπικό.
Οι Τομείς του ΠΑΣΟΚ αναδεικνύουν ως βασικό πρόβλημα την εγκατάλειψη της δημόσιας ψυχικής υγείας από την κυβέρνηση, και όχι την έλλειψη κανόνων.
Τα αίτια της τραγικής υπόθεσης στη Γλυφάδα εντοπίζονται στη δραματική υποστελέχωση των δημόσιων ψυχιατρικών δομών, στην έλλειψη γιατρών και νοσηλευτικού προσωπικού, στην υποχρηματοδότηση των δημόσιων νοσοκομείων, στις ελλείψεις προγραμμάτων πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης, καθώς και στη μετακύλιση της ευθύνης στις οικογένειες χωρίς επαρκή κρατική στήριξη.
Επιπλέον, επισημαίνουν τη διατάραξη των κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, γεγονός που αφήνει χιλιάδες πολίτες χωρίς την απαραίτητη φροντίδα και παρακολούθηση.
Η ανακοίνωση καταλήγει ότι η λύση δεν βρίσκεται στην ποινικοποίηση της ψυχικής νόσου, αλλά στην ενίσχυση ενός ισχυρού, δημόσιου και προσβάσιμου συστήματος ψυχικής υγείας, με επενδύσεις στην πρόληψη, έγκαιρη διάγνωση και θεραπευτική υποστήριξη.
Το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής υπογραμμίζει ότι η προστασία της κοινωνίας και των δικαιωμάτων απαιτεί ουσιαστική κρατική μέριμνα και όχι επικοινωνιακές κινήσεις ή αναζήτηση ευθυνών σε λάθος κατεύθυνση, επαναλαμβάνοντας τη δέσμευσή του για ένα κράτος δικαίου με επιστημονική τεκμηρίωση και κοινωνική ευθύνη.