Έξι αιγυπτιακά ειδώλια, που είχαν εντοπιστεί στην Αθήνα και αποδείχθηκε ότι αποτελούσαν προϊόντα παράνομης διακίνησης από την Αίγυπτο, παραδόθηκαν σήμερα από την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη στον πρέσβη της Αραβικής Δημοκρατίας της Αιγύπτου στην Ελλάδα, Omar Amer Youssef. Η τελετή πραγματοποιήθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Η κ. Μενδώνη τόνισε ότι «η επιστροφή των αιγυπτιακών αρχαιοτήτων στην Αραβική Δημοκρατία της Αιγύπτου αποτελεί μια πράξη ουσιαστικού σεβασμού προς την πολιτιστική κληρονομιά των λαών», επισημαίνοντας τη σημασία της διεθνούς συνεργασίας για την προστασία της. Όπως ανέφερε, η Ελλάδα, πιστή στις αρχές της Σύμβασης της UNESCO του 1970, αποδίδει τα πολιτιστικά αγαθά στους τόπους όπου ιστορικά, πολιτιστικά και ηθικά ανήκουν. Η επιτυχής συνεργασία των ελληνικών και αιγυπτιακών αρχών, με τη συνδρομή της INTERPOL και της Δικαιοσύνης, αποδεικνύει ότι η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς επιτυγχάνεται μέσα από συνεργασία και αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών.
Η υπουργός πρόσθεσε ότι «η σημερινή πράξη υπερβαίνει το πλαίσιο μιας τυπικής επιστροφής αρχαιοτήτων», καθώς επιβεβαιώνει τις κοινές αξίες Ελλάδας και Αιγύπτου, τον σεβασμό στην πολιτιστική κληρονομιά και την κοινή ευθύνη για την προστασία της από την παράνομη διακίνηση. Παράλληλα, ενισχύει τους ιστορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς των δύο χωρών και συμβάλλει στη συνεργασία τους για την ανάδειξη και διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Από την πλευρά του, ο πρέσβης της Αραβικής Δημοκρατίας της Αιγύπτου στην Ελλάδα, Omar Amer Youssef, υπογράμμισε ότι «η σημερινή επιστροφή των αιγυπτιακών αρχαιοτήτων αποτελεί μια πράξη με ιδιαίτερο συμβολισμό», καθώς επιβεβαιώνει το υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών. Όπως επισήμανε, η πρωτοβουλία αυτή αναδεικνύει τη σημασία της πολιτιστικής συνεργασίας ως γέφυρας φιλίας και κατανόησης, εκφράζοντας θερμές ευχαριστίες προς την Ελληνική Κυβέρνηση και το Υπουργείο Πολιτισμού.
Η υπόθεση των αρχαιοτήτων
Τα αντικείμενα είχαν παραδοθεί το 2018 στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο από πολίτη, ο οποίος δήλωσε ότι τα βρήκε τυχαία στο Περιστέρι, τοποθετημένα σε χαρτοσακούλα. Μετά από εξέταση των αρχαιολόγων και συντηρητών του μουσείου, διαπιστώθηκε ότι τέσσερα από αυτά ήταν αυθεντικά και δύο κίβδηλα.
Το Μουσείο ενημέρωσε άμεσα τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, μεταξύ των οποίων τη Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών (ΔΤΠΠΑ) και τη Διεύθυνση Αρχαιολογικών Μουσείων, Εκθέσεων και Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων (ΔΑΜΕΕΠ). Η ΔΤΠΠΑ, μέσω της INTERPOL, ζήτησε πληροφορίες από τις αιγυπτιακές αρχές, καθώς υπήρχαν ενδείξεις ότι τα αντικείμενα είχαν διακινηθεί παράνομα. Ένα από αυτά έφερε την ένδειξη Arab el Madfuna, το αραβικό όνομα της αρχαίας πόλης της Αβύδου, γεγονός που ενίσχυσε τις υποψίες.
Μετά την τεκμηρίωση των αιγυπτιακών αρχών και σχετική εισαγγελική διάταξη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, η οποία αρχειοθέτησε τη δικογραφία καθώς δεν προέκυψε αξιόποινη πράξη, η ΔΤΠΠΑ εξέδωσε άδεια εξαγωγής των αντικειμένων στην Αίγυπτο, στο πλαίσιο της Σύμβασης της UNESCO του 1970.
Τα ειδώλια
Τα τέσσερα γνήσια ειδώλια ανήκουν στην ελληνιστική-ρωμαϊκή περίοδο, χρονολογούμενα από τον 2ο αι. π.Χ. έως τον 2ο αι. μ.Χ. Δύο από αυτά απεικονίζουν τον Αρποκράτη, θεό του αιγυπτιακού πανθέου, γνωστό και ως Ώρο, γιο της Ίσιδας και του Όσιρι, προστάτη των παιδιών. Το ένα ειδώλιο του Αρποκράτη είναι ακέραιο και κρατά Κέρας της Αμάλθειας, ενώ το δεύτερο είναι ελλιπές λόγω θραύσης στο στέμμα της κεφαλής.
Ένα τρίτο ειδώλιο, πήλινο και γκροτέσκο, απεικονίζει φαλλική ανδρική μορφή και χρονολογείται μεταξύ 2ου και 1ου αι. π.Χ. Το τέταρτο, ακέραιο πήλινο ειδώλιο της Ίσιδας-Αφροδίτης, τοποθετείται χρονικά μεταξύ 2ου αι. π.Χ. και 2ου αι. μ.Χ.