Με πλειοψηφία εγκρίθηκε από την Ολομέλεια το σχέδιο νόμου που αφορά την επαγγελματική ασφάλιση, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση. Κατά τη λήξη της συζήτησης, η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης αναφέρθηκε εκτενώς στο θέμα των συντάξεων.
Η Νίκη Κεραμέως υπογράμμισε ότι «ακούμε διαρκώς για τον νόμο Κατρούγκαλου. Δεν είναι νόμος Κατρούγκαλου, είναι νόμος Τσίπρα, νόμος της κυβέρνησης Τσίπρα». Τόνισε επίσης πως τα βασικά στοιχεία του συγκεκριμένου νόμου έχουν πλέον καταργηθεί.
Συγκεκριμένα, η υπουργός ανέφερε ότι έχουν καταργηθεί η χαμηλή ανταποδοτικότητα με τα χαμηλά ποσοστά αναπλήρωσης, η προσωπική διαφορά, οι υπέρογκες ασφαλιστικές εισφορές για ελεύθερους επαγγελματίες, οι περικοπές στις συντάξεις χηρείας, η παρακράτηση 60% για εργαζόμενους συνταξιούχους, καθώς και η απαγόρευση εργασίας για τους συνταξιούχους αναπηρίας.
Η υπουργός επισήμανε ότι το ασφαλιστικό σύστημα έχει ενισχυθεί σημαντικά σε σχέση με το 2019, κυρίως λόγω της αύξησης της απασχόλησης και των δηλωθεισών υπερωριών.
Παράλληλα, η Νίκη Κεραμέως εστίασε στην ανάγκη ενημέρωσης της κοινωνίας σχετικά με τις δυνατότητες που προσφέρει η επαγγελματική ασφάλιση. Σημείωσε ότι «μια από τις ιδιαιτερότητες της επαγγελματικής ασφάλισης είναι ότι υπάρχουν πολλά ταμεία στα οποία οι εισφορές προέρχονται αποκλειστικά από τους εργοδότες».
Επιπλέον, τόνισε ότι «ποιος αντιτίθεται στο να προσφέρει ο εργοδότης κάθε μήνα κάτι, προς όφελος του εργαζομένου;» και υπογράμμισε τη σημασία της αλλαγής νοοτροπίας, ώστε να αξιοποιηθεί η δυνατότητα για συμπληρωματική σύνταξη, είτε μέσω αποταμιεύσεων εργαζομένων είτε μέσω εισφορών εργοδοτών.
Όπως ανέφερε, οι εισφορές είναι αφορολόγητες, οι φορολογικοί συντελεστές για τις παροχές εξαιρετικά χαμηλοί και τα δικαιώματα προστατεύονται, ακόμα και σε περίπτωση αλλαγής εργασίας.
Η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κατέληξε αναφέροντας πως η κυβέρνηση έχει ως χρέος να ενημερώσει πολίτες και επιχειρήσεις για τη δυνατότητα επιπλέον αποταμίευσης. Επισήμανε ότι η αξιοποίηση αυτής της επιλογής αποτελεί προσωπική απόφαση, με το κράτος να προσφέρει τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις: φορολογικές ελαφρύνσεις, απλοποιήσεις, προσβασιμότητα και φορητότητα, με στόχο καλύτερα χρόνια για όλους στο μέλλον.