Την έντονη αντίθεση και την καταψήφιση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του υπουργείου Εσωτερικών για την αναμόρφωση της βαθμολογικής διάρθρωσης, των προαγωγών και της επιλογής προϊσταμένων στον δημόσιο τομέα, καθώς και για τον εκσυγχρονισμό του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, εξέφρασαν εισηγητές και ειδικοί αγορητές της αντιπολίτευσης κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια.
Ο Παναγιώτης Δουδωνής, εισηγητής του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, δήλωσε πως το κόμμα του θα καταψηφίσει το νομοσχέδιο, υποστηρίζοντας ότι «αυτό, δεν συνιστά καμία μεταρρύθμιση». Εξέφρασε διαφωνία με την αυξημένη μοριοδότηση των προφορικών εξετάσεων, ακόμη και αν αυτή μειωθεί από 35% σε 25%, τονίζοντας ότι η Νέα Δημοκρατία φέρει ευθύνη για αλλοίωση αξιοκρατικών διαδικασιών μέσω των προφορικών εξετάσεων εδώ και είκοσι χρόνια.
Ο κ. Δουδωνής χαρακτήρισε αδιανόητο οι ανώτατοι δημόσιοι λειτουργοί να διδάσκονται το Συνταγματικό Δίκαιο ως μάθημα επιλογής στην ΕΣΔΔΑ, ενώ επέκρινε την ποσόστωση 50% για μηχανικούς, πληροφορικούς και οικονομολόγους στον διαγωνισμό της ΕΣΔΔΑ. Διαφώνησε με τη νέα σύνθεση της Κεντρικής Επιτροπής του διαγωνισμού, επισημαίνοντας την απομάκρυνση θεσμικών αντιβάρων και την προώθηση ιδιωτικών οικονομικών φορέων χωρίς επαρκή προστασία δεδομένων και εγγυήσεις αμεροληψίας.
Επιπλέον, ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ σχολίασε σκωπτικά τη δυνατότητα συμμετοχής υπουργών στην Ακαδημία Ηγεσίας του ΕΚΔΔΑ. Εξέφρασε διαφωνία με τα κωλύματα εντοπιότητας για δύο έτη, χαρακτηρίζοντάς τα αντικίνητρο για τους νέους να παραμείνουν στην Περιφέρεια. Επισήμανε επίσης ότι η αξιολόγηση των τυπικών προσόντων για τη θέση του γενικού διευθυντή δεν μπορεί να περιορίζεται σε μόλις 5% για το διδακτορικό. Σύμφωνα με τον κ. Δουδωνή, το νέο σύστημα επιλογής προϊσταμένων αφήνει τελικά τον υπουργό να επιλέγει και να προάγει όποιον επιθυμεί.
Ο ειδικός αγορητής του ΚΚΕ, Γιάννης Δελής, επέμεινε στην καταψήφιση του σχεδίου νόμου, υποστηρίζοντας ότι αποτελεί συνέχεια αυταρχικού πειθαρχικού πλαισίου που ποινικοποιεί τη συνδικαλιστική δράση, καθώς η αποχή από την αξιολόγηση αντιμετωπίζεται ως ιδιώνυμο πειθαρχικό παράπτωμα. Τόνισε ότι το νομοσχέδιο ενισχύει την ατομική διαφοροποίηση και τον καταμερισμό εργασίας στους δημοσίους υπαλλήλους, ενώ σημείωσε πως «η κυβέρνηση βάζει στο στόχαστρο τη συνδικαλιστική δράση».
Για το νέο βαθμολόγιο, ο κ. Δελής ανέφερε πως η διάρθρωσή του οδηγεί σε «αυτόματη βαθμολογική υποβάθμιση για τη συντριπτική πλειοψηφία των υπαλλήλων». Επισήμανε ότι η συμπλήρωση του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας δεν συνεπάγεται αυτόματη προαγωγή, ενώ χαρακτήρισε τις δεξιότητες αξιολόγησης «σκόπιμα αφηρημένες». Διαφώνησε με την αξιολόγηση μέσω δεικτών ανάπτυξης σταδιοδρομίας και υποστήριξε ότι ο κατακερματισμός του βαθμολογίου ανοίγει τον δρόμο για σύνδεση με τα μισθολογικά κλιμάκια.
Ο κ. Δελής διατύπωσε αντιρρήσεις και για τις διατάξεις περί συνεργασίας με φορείς δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στη διενέργεια των γραπτών εξετάσεων του ΑΣΕΠ.
Ο ειδικός αγορητής της Ελληνικής Λύσης, Βασίλης Γραμμένος, δήλωσε ότι το κόμμα του καταψηφίζει το νομοσχέδιο, ζητώντας ουσιαστικές αλλαγές στις διατάξεις του. Υπογράμμισε πως «λέμε 'ναι' στον εκσυγχρονισμό αλλά όχι στην αυθαιρεσία». Ζήτησε τροποποίηση ώστε να μην αποκλείονται έμπειροι υπάλληλοι από το Μητρώο Υποψηφίων Προϊσταμένων λόγω έλλειψης τριετίας μετά από μετάταξη, καθώς και πλήρη αναγνώριση της προηγούμενης υπηρεσιακής εμπειρίας.
Επιπλέον, πρότεινε αυξημένη μοριοδότηση για εθνικούς εμπειρογνώμονες σε όργανα της ΕΕ και διεθνείς οργανισμούς, ουσιαστική αναγνώριση της επιστημονικής εργασίας ειδικών κλάδων, αξιολόγηση με αντικειμενικά και ελέγξιμα κριτήρια, ισχυρές θεσμικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας για το ΕΚΔΔΑ, αυστηρό έλεγχο σε παρατάσεις και μετατάξεις, καθώς και πλήρη προστασία προσωπικών και βιομετρικών δεδομένων των υπαλλήλων.
Ο ειδικός αγορητής της «Νίκης», Γιώργος Ρούντας, σημείωσε πως το κόμμα του καταψηφίζει το σχέδιο νόμου επειδή «δεν μεταρρυθμίζει τη δημόσια διοίκηση, αλλά την τιμωρεί και την κομματικοποιεί». Επισήμανε ότι το νομοσχέδιο δημιουργεί προβλήματα σε νέους επιστήμονες, ισοπεδώνει τους τίτλους σπουδών και εκχωρεί τις εξετάσεις σε ιδιώτες εργολάβους, διατηρώντας το κομματικό κλειδί της τελικής επιλογής στα χέρια των υπουργών.
Ο κ. Ρούντας επέκρινε τη δυνατότητα έκδοσης πολλών Υπουργικών Αποφάσεων για λεπτομέρειες του νομοσχεδίου στο μέλλον και αναρωτήθηκε γιατί υπάλληλοι με επαρκή υπηρεσία αποκλείονται κατά την πρώτη εφαρμογή αν δεν έχουν έξι ή δέκα χρόνια προϋπηρεσίας. Διαφώνησε με την υποβάθμιση της μοριοδότησης τυπικών προσόντων, ζητώντας η σειρά κατάταξης να καθορίζει υποχρεωτικά την τοποθέτηση και όχι η επιλογή του υπουργού.
Η ειδική αγορήτρια της Πλεύσης Ελευθερίας, Έλλη Ρούσσου, ανέφερε ότι «το δημόσιο δεν χρειάζεται άλλη μια μεταρρύθμιση που θα κριθεί σε λίγα χρόνια από το αν θα χρειαστεί να αντικατασταθεί από την επόμενη». Τόνισε την ανάγκη για ένα σύστημα ανθεκτικό, δίκαιο για τους εργαζόμενους, αξιόπιστο για τη διοίκηση και αποτελεσματικό για τον πολίτη.
Η βουλευτής επισήμανε πως η δημόσια διοίκηση χρειάζεται αξιολόγηση, αξιοκρατία και διαφανείς διαδικασίες επιλογής προϊσταμένων, αλλά το προτεινόμενο νομοσχέδιο δεν αντιμετωπίζει τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων. Σύμφωνα με την ίδια, πίσω από τη μεταρρυθμιστική ρητορική αντικαθίσταται ένα προβληματικό σύστημα με ένα ακόμη πιο σύνθετο, που περιορίζει την αυτονομία της δημόσιας διοίκησης και συγκεντρώνει εξουσίες στην κορυφή της πολιτικής ηγεσίας.