Δύο σημαντικές παρεμβάσεις για την προστασία δανειοληπτών ανακοίνωσε στη Βουλή ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, κατά τη διάρκεια της συζήτησης για το νομοσχέδιο σχετικά με το ιδιωτικό χρέος και τη λειτουργία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων.
Η πρώτη παρέμβαση αφορά την καθιέρωση σταθερού επιτοκίου 3% για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης στον εξωδικαστικό μηχανισμό, για ευάλωτους και επιλέξιμους οφειλέτες.
Η δεύτερη προβλέπει δεκαπλασιασμό του ανώτατου προστίμου που μπορεί να επιβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος στους servicers, από 500.000 σε 5 εκατ. ευρώ.
Οι αλλαγές αυτές μειώνουν το κόστος αποπληρωμής των οφειλών, ενισχύουν την προβλεψιμότητα των ρυθμίσεων και καθιστούν αυστηρότερες τις συνέπειες για τις εταιρείες διαχείρισης που παραβαίνουν τους κανόνες.
Ποιους αφορά η ρύθμιση
Όπως ανέφερε ο Κυριάκος Πιερρακάκης, με την πρώτη τροπολογία εισάγεται νέα διάταξη που καθορίζει σταθερό ετήσιο επιτόκιο 3% για συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών προς χρηματοδοτικούς φορείς, οι οποίες καταρτίζονται μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού και αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες οφειλετών.
Η ρύθμιση καλύπτει οφειλέτες που πληρούν τα κριτήρια του ευάλωτου οφειλέτη και διαθέτουν τη σχετική βεβαίωση, καθώς και οφειλέτες που χαρακτηρίζονται ως επιλέξιμοι βάσει διευρυμένων κριτηρίων. Τα κριτήρια αυτά περιλαμβάνουν ετήσια εισοδήματα έως 42.000 ευρώ, καταθέσεις έως 42.000 ευρώ και ακίνητη περιουσία έως 360.000 ευρώ, ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού.
Το επιτόκιο 3% θα παραμένει σταθερό καθ' όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, ανεξάρτητα από το είδος των εξασφαλίσεων ή την κατηγορία του χρηματοδοτικού φορέα. Η εφαρμογή του σταθερού επιτοκίου αποτελεί υποχρεωτικό όρο της σύμβασης αναδιάρθρωσης.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση θα ισχύει για πληρωμές που θα πραγματοποιούνται από 1 Δεκεμβρίου 2026 και έπειτα.
Σήμερα, το επιτόκιο ορίζεται σε 3% για τα πρώτα χρόνια όταν υπάρχουν εμπράγματες εξασφαλίσεις και σε 4% για τα πρώτα τρία έτη χωρίς εξασφαλίσεις. Στη συνέχεια, γίνεται κυμαινόμενο, συνδεδεμένο με το Euribor και επιβαρύνεται με επιπλέον επιτόκιο ανάλογα με τις εξασφαλίσεις.
Με τη νέα ρύθμιση, το επιτόκιο για τις σχετικές κατηγορίες οφειλετών θα παραμένει σταθερό στο 3% για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης.
Σημαντικό όφελος για τους δανειολήπτες
Για παράδειγμα, σε οφειλή 100.000 ευρώ με διάρκεια αποπληρωμής 20 ετών, στο ισχύον καθεστώς η μηνιαία δόση αυξάνεται μετά τα πρώτα τρία χρόνια λόγω της ανόδου του επιτοκίου. Με τη νέα ρύθμιση, η δόση παραμένει σταθερή, προσφέροντας σημαντική οικονομική ελάφρυνση στους οφειλέτες.
Συγκεκριμένα, στην περίπτωση εξασφαλισμένης απαίτησης, η μηνιαία δόση διατηρείται στα 554,60 ευρώ, ενώ με το ισχύον καθεστώς θα ανέβαινε στα 653,50 ευρώ. Για ανεξασφάλιστες απαιτήσεις, η δόση παραμένει στα 554,60 ευρώ αντί για 685,56 ευρώ.
Η συνολική εξοικονόμηση για τον οφειλέτη μπορεί να φτάσει τα 20.200 ευρώ για εξασφαλισμένες απαιτήσεις και τα 28.600 ευρώ για ανεξασφάλιστες, σε οφειλή 100.000 ευρώ και διάρκεια 20 ετών.
Αυστηρότερα πρόστιμα για τις εταιρείες διαχείρισης
Η δεύτερη τροπολογία αυξάνει το ανώτατο πρόστιμο που μπορεί να επιβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, από 500.000 σε 5 εκατ. ευρώ. Η ρύθμιση αυτή αφορά παραβάσεις του θεσμικού πλαισίου, σύμφωνα με το άρθρο 27 του νόμου 5072/2023.
Ενδεικτικά, πρόστιμα επιβάλλονται σε περιπτώσεις όπου ο διαχειριστής πιστώσεων δεν πληροί τις απαιτήσεις περί συμβατικής σχέσης με τον αγοραστή πιστώσεων, παραβιάζει το πλαίσιο εξωτερικής ανάθεσης ή δεν διασφαλίζει την προστασία των δικαιωμάτων του δανειολήπτη.
Πρόστιμα προβλέπονται επίσης όταν δεν τηρούνται οι υποχρεώσεις διακυβέρνησης, διαχείρισης παραπόνων δανειοληπτών ή δεν γνωστοποιούνται οι απαιτούμενες πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης διευκρίνισε ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλει πρόστιμο για σωρεία παραβάσεων. Τα πρόστιμα αυτά είναι επιπρόσθετα εκείνων που επιβάλλονται ανά δανειολήπτη από τη Γενική Γραμματεία Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, σε περιπτώσεις λήψης αναγκαστικών μέτρων είσπραξης σε δανειολήπτες που τηρούν τη ρύθμιση ή δεν καταβάλλουν δόσεις λόγω μη χορήγησης απαραίτητων στοιχείων από τον πιστωτή ή τον διαχειριστή πιστώσεων.