Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά την ελληνική οικονομία, οδηγώντας την S&P σε αναθεώρηση προς τα κάτω των προβλέψεών της για τον ρυθμό ανάπτυξης. Ο οίκος εκτιμά πλέον ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 1,7% φέτος, έναντι προηγούμενης εκτίμησης για 2,3%, επισημαίνοντας ότι οι δευτερογενείς επιπτώσεις της σύγκρουσης – κυρίως μέσω της ανόδου των τιμών ενέργειας και της ασθενέστερης εξωτερικής ζήτησης – θα επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα.
Η ενεργειακή διάσταση βρίσκεται στο επίκεντρο των ανησυχιών. Η Ελλάδα εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη στις διεθνείς αναταράξεις. Πριν από την κρίση, σημαντικό μέρος του πετρελαίου προερχόταν από το Ιράκ, ενώ το φυσικό αέριο καλυπτόταν μέσω αγωγών και υγροποιημένου LNG. Αν και δεν αναμένονται σοβαρές ελλείψεις στο φυσικό αέριο, η προσφορά πετρελαίου ενδέχεται να διαταραχθεί ή να καταστεί ακριβότερη, ανάλογα με την πορεία των εξαγωγών από τη Μέση Ανατολή και την ικανότητα των ελληνικών διυλιστηρίων να στραφούν σε εναλλακτικές πηγές. Η άνοδος των τιμών ενέργειας μετακυλίεται στο κόστος παραγωγής και μεταφορών, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη.
Η S&P, η οποία δεν προχώρησε την Παρασκευή σε πλήρη επικαιροποίηση της αξιολόγησης της Ελλάδας αλλά διατήρησε τη βαθμίδα στο BBB με σταθερές προοπτικές, δημοσιοποίησε αντ’ αυτού εκτενή ανάλυση για τις προοπτικές της οικονομίας. Όπως διευκρίνισε, πρόκειται για επισκόπηση του θεσμικού και οικονομικού προφίλ της χώρας και όχι για επίσημη αξιολόγηση.
Παρά την επιβράδυνση, η ελληνική οικονομία εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης, όπου η ανάπτυξη προβλέπεται κοντά στο 1%. Ταυτόχρονα, ο πληθωρισμός αναμένεται να ενισχυθεί στο 4,2% φέτος, παραμένοντας σε σχετικά υψηλά επίπεδα και τα επόμενα χρόνια.
Οι επιπτώσεις της κρίσης εκτείνονται και σε βασικούς τομείς της οικονομίας. Ο τουρισμός ενδέχεται να δεχθεί πιέσεις λόγω μειωμένης ζήτησης για αεροπορικά ταξίδια, ενώ και οι εξαγωγές αγαθών αναμένεται να κινηθούν χαμηλότερα. Αντίβαρο αποτελεί η ενίσχυση των επενδύσεων, ιδίως μέσω έργων που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης.
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η S&P εκτιμά ότι τα ισχυρά εγχώρια θεμελιώδη μεγέθη θα στηρίξουν την ανάπτυξη, με μέσο ρυθμό 1,9% την περίοδο 2027-2029. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας και οι εξωτερικές ανισορροπίες εξακολουθούν να αποτελούν πηγές κινδύνου.
Παράλληλα, τα δημόσια οικονομικά εμφανίζονται ανθεκτικά, με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και σταδιακή αποκλιμάκωση του χρέους, ενώ οι κίνδυνοι στο τραπεζικό σύστημα χαρακτηρίζονται περιορισμένοι. Ωστόσο, οι διαρθρωτικές αδυναμίες και το δημογραφικό πρόβλημα εξακολουθούν να σκιάζουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της οικονομίας.