Έντονο προβληματισμό και ανοιχτή δυσφορία προκαλεί στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες η νέα επιθετική ρητορική της Ουάσινγκτον, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της Γροιλανδίας, συνδέοντάς το ευθέως με την επιβολή εμπορικών κυρώσεων κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απειλή νέων δασμών, ως μέσο πίεσης για την αποδοχή του αμερικανικού σχεδίου προσάρτησης, θεωρείται από διπλωματικούς κύκλους πρωτοφανής και βαθιά αποσταθεροποιητική για τις διατλαντικές σχέσεις.
Η αντίδραση στις Βρυξέλλες ήταν άμεση και σκληρή. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι κάνουν λόγο για σοβαρή ρήξη εμπιστοσύνης, με τον Φρίντριχ Μερτς να δηλώνει δημόσια ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται δεδομένος σύμμαχος, καλώντας την Ευρώπη να χαράξει ανεξάρτητη στρατηγική πορεία.
Το κλίμα επιβαρύνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται πρόθυμος να αγνοήσει τη συμφωνία για τους δασμούς που είχε επιτευχθεί το περασμένο καλοκαίρι στη Σκωτία με την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν — μια συμφωνία που, σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, είχε ήδη σημαντικό κόστος για την Ένωση.
Διπλωματικές πηγές που μίλησαν στο BBC περιγράφουν αιφνιδιασμό και αμηχανία στις κυβερνήσεις των χωρών που βρέθηκαν στο στόχαστρο των απειλών. Κανείς δεν φαίνεται βέβαιος αν ο Τραμπ διαθέτει την απαιτούμενη στήριξη στο Κογκρέσο ή ακόμη και εντός της κυβέρνησής του για να προχωρήσει σε μια τόσο μετωπική σύγκρουση, ωστόσο η ίδια η απειλή αρκεί για να κλονίσει τις ισορροπίες.
Την ίδια στιγμή, η ευρύτερη εικόνα δείχνει τις ΗΠΑ να απομακρύνονται από το παραδοσιακό τους στρατόπεδο συμμάχων. Ενδεικτική θεωρείται και η πρόσφατη εμπορική συμφωνία με τον Καναδά, που υπογράφηκε στο Πεκίνο, συνοδευόμενη από αιχμές του Μαρκ Κάρνεϊ προς τον Αμερικανό πρόεδρο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Κύπρος, που ασκεί την εξάμηνη προεδρία της ΕΕ, συγκάλεσε έκτακτη σύσκεψη των πρέσβεων των 27 κρατών-μελών, με αποκλειστικό αντικείμενο τις εξελίξεις γύρω από τη Γροιλανδία και τις αμερικανικές απειλές, σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters.
Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες ανεβάζουν τους τόνους. Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου χαρακτήρισε την προσφυγή στους δασμούς «εντελώς λανθασμένη επιλογή», ενώ ο Γάλλος πρόεδρος μίλησε ανοιχτά για «απαράδεκτη πρακτική».
Παράλληλα, στις Βρυξέλλες επανέρχεται στο προσκήνιο το λεγόμενο Μέσο Καταστολής Καταναγκασμού (Anti-Coercion Instrument), το οποίο προσφέρει στην ΕΕ τη δυνατότητα να απαντήσει όχι μόνο με δασμούς, αλλά και με περιορισμούς σε επενδύσεις, δημόσιες συμβάσεις και δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Πρόκειται για ένα ισχυρό εργαλείο, που δεν απαιτεί ομοφωνία για την ενεργοποίησή του, αλλά ειδική πλειοψηφία — στοιχείο που το καθιστά πολιτικά ευκολότερο στη χρήση.
Αν και θεωρείται ακραία επιλογή, το γεγονός ότι συζητείται ανοιχτά αποτυπώνει το βάθος της ενόχλησης που προκαλεί η στάση της Ουάσινγκτον.
Η ένταση δεν περιορίζεται στα διπλωματικά γραφεία. Χιλιάδες πολίτες βγήκαν στους δρόμους της Γροιλανδίας και της Δανίας, διαμαρτυρόμενοι για το ενδεχόμενο αμερικανικής εξαγοράς του νησιού.
Παρότι ο πληθυσμός της Γροιλανδίας είναι μικρός, η γεωστρατηγική της αξία είναι τεράστια: πλούσιοι φυσικοί πόροι, κομβική θέση μεταξύ Βόρειας Αμερικής και Αρκτικής, κρίσιμος ρόλος σε συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και επιτήρησης θαλάσσιων οδών.
Ο ίδιος ο Τραμπ έχει φροντίσει να ρίξει λάδι στη φωτιά, δηλώνοντας επανειλημμένα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποκτήσουν τη Γροιλανδία «είτε με τον εύκολο είτε με τον δύσκολο τρόπο» — μια φράση που, για πολλούς στην Ευρώπη, συνοψίζει το νέο, σκληρό πρόσωπο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.