Απότομη άνοδο καταγράφουν οι επιθέσεις με πολιτικά κίνητρα εναντίον δημοσιογράφων και ΜΜΕ στη Γερμανία, σύμφωνα με κυβερνητική απάντηση σε κοινοβουλευτική ερώτηση που υπέβαλε το κόμμα Die Linke (Η Αριστερά).
Η αστυνομία κατέγραψε 818 τέτοιες επιθέσεις σε εθνική κλίμακα μεταξύ 1ης Απριλίου 2024 και 30ής Νοεμβρίου 2025, εκ των οποίων 89 χαρακτηρίστηκαν ως βίαιες ενέργειες, σύμφωνα με την απάντηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Περίπου το ένα τρίτο των περιστατικών (244) συνδέθηκε με την άκρα δεξιά, ενώ 78 σχετίστηκαν με την άκρα αριστερά, 153 με ξένα ιδεολογικά κίνητρα και 31 με θρησκευτικούς λόγους. Σε ακόμη 312 υποθέσεις, τα αίτια ταξινομήθηκαν στην κατηγορία «άλλο» ως προς το κίνητρο.
Τα στοιχεία αυτά συγκεντρώθηκαν από τα ομόσπονδα κρατίδια και διαβιβάστηκαν στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας (BKA) έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025.
Η εφημερίδα Rheinische Post ανέφερε ότι τα νέα δεδομένα δείχνουν σημαντική αύξηση σε σχέση με το 2023, όταν είχαν καταγραφεί περίπου 290 περιστατικά, δηλαδή κατά μέσο όρο 24 τον μήνα.
Με βάση τις νεότερες αναφορές, ο μέσος όρος σχεδόν διπλασιάστηκε, φτάνοντας τις 41 υποθέσεις τον μήνα.
Ο Ντάβιντ Σλίσινγκ, εκπρόσωπος της παράταξης Die Linke για ζητήματα ΜΜΕ στη γερμανική κάτω Βουλή, χαρακτήρισε την τάση «πολύ ανησυχητική». Όπως τόνισε στη Rheinische Post, «το επίπεδο των βίαιων επιθέσεων και των ποινικών αδικημάτων σε βάρος δημοσιογράφων έχει φθάσει σε σοκαριστικά μεγάλο ύψος. Οι ομοσπονδιακές και οι κρατιδιακές αρχές πρέπει να αναλάβουν δράση άμεσα και να κάνουν πολλά περισσότερα για να προστατευτεί το έργο του Τύπου».
Το γερμανικό παράρτημα της μη κυβερνητικής οργάνωσης Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (Reporter Ohne Grenzen) επισήμανε επίσης τις απειλές και τους εκφοβισμούς σε βάρος δημοσιογράφων σε πρόσφατη έκθεσή του. Σύμφωνα με την οργάνωση, πολλοί επαγγελματίες των μέσων ενημέρωσης θεωρούν την απονομιμοποίηση της δημοσιογραφικής εργασίας ως μείζονα απειλή.
Η RSF στη Γερμανία ανέφερε ότι το 2025 κατέγραψε και επαλήθευσε 55 επιθέσεις εναντίον δημοσιογράφων ή ΜΜΕ, αριθμό μειωμένο σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, όταν είχαν καταγραφεί 89.