Η κυβέρνηση των ΗΠΑ επιχείρησε χθες να περιορίσει τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν από τις δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος ανέφερε ότι η Ουάσιγκτον ενεπλάκη στον πόλεμο με το Ιράν επειδή το Ισραήλ σκόπευε να επιτεθεί είτε με τη συμμετοχή των ΗΠΑ είτε χωρίς αυτήν.
Καθώς η Ουάσιγκτον δυσκολεύεται να παρουσιάσει συνεκτικά τους λόγους για την έναρξη του πολέμου κατά της Τεχεράνης, οι δηλώσεις του κ. Ρούμπιο στο Κογκρέσο προκάλεσαν αντιδράσεις τόσο από τη δημοκρατική αντιπολίτευση όσο και από στελέχη των ρεπουμπλικάνων.
Κυβερνητικοί αξιωματούχοι υποστήριξαν ότι, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του Ισραήλ, ο Ντόναλντ Τραμπ διέταξε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις επειδή θεώρησε πως το Ιράν διαπραγματευόταν με κακή πίστη για το πυρηνικό του πρόγραμμα και έκρινε αναγκαία την καταστροφή των πυραυλικών υποδομών.
«Όχι, ο Μάρκο Ρούμπιο δεν ισχυρίστηκε ότι το Ισραήλ έσυρε τον Τραμπ σε πόλεμο εναντίον του Ιράν», τόνισε μέσω X η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κάρολαϊν Λέβιτ.
Αργότερα, ο αμερικανός πρόεδρος, απαντώντας σε ερώτηση κατά τη συνάντησή του με τον γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, δήλωσε ότι το Ιράν επρόκειτο να «επιτεθεί πρώτο», χωρίς να προσκομίσει αποδείξεις, προσθέτοντας πως ενδέχεται ο ίδιος να «ανάγκασε» το Ισραήλ να προχωρήσει.
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε επισκεφθεί πρόσφατα τις ΗΠΑ, επιχειρώντας να πείσει τον πρόεδρο Τραμπ για την ανάγκη στρατιωτικής δράσης, επικαλούμενος την «υπαρξιακή απειλή» από το Ιράν.
Ο κ. Ρούμπιο, ενημερώνοντας τους ηγέτες του Κογκρέσου, ανέφερε ότι οι ΗΠΑ προχώρησαν λόγω της «άμεσης απειλής» επίθεσης από το Ιράν. Επισήμανε ότι «ήξεραν πως το Ισραήλ επρόκειτο να περάσει στη δράση» και πως η προληπτική επίθεση ήταν αναγκαία για την αποφυγή μεγαλύτερων απωλειών.
Επανερχόμενος στο Κογκρέσο, ο υπουργός Εξωτερικών κατηγόρησε τα μέσα ενημέρωσης για διαστρέβλωση των δηλώσεών του, υπογραμμίζοντας ότι η επιχείρηση «θα έπρεπε να γίνει ούτως ή άλλως» για την εξουδετέρωση των ιρανικών πυραυλικών δυνατοτήτων.
Στελέχη των ρεπουμπλικάνων, όπως ο γερουσιαστής Τομ Κότον, αντέδρασαν έντονα, δηλώνοντας ότι «κανένας δεν σπρώχνει ή σέρνει τον πρόεδρο Τραμπ πουθενά».
Ο ισχυρισμός περί «άμεσης απειλής» βρίσκεται στο επίκεντρο των πολιτικών αντιπαραθέσεων για τη νομιμότητα του πολέμου που εξαπέλυσε ο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι δημοκρατικοί κατηγορούν την κυβέρνηση για έλλειψη έγκρισης από το Κογκρέσο και απουσία στρατηγικής εξόδου.
Η πρώην βουλεύτρια Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν σημείωσε μέσω X ότι «η χώρα δεν διχάζεται πλέον σε δεξιά και αριστερά, αλλά ανάμεσα σε όσους θέλουν πολέμους για λογαριασμό του Ισραήλ και σε όσους επιθυμούν ειρήνη και οικονομική σταθερότητα».
Στην προεκλογική του εκστρατεία το 2024, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε προσελκύσει σημαντικό μέρος της αμερικανικής δεξιάς με τη δέσμευσή του να τερματίσει τις στρατιωτικές επεμβάσεις στο εξωτερικό.
Το Κογκρέσο των ΗΠΑ αναμένεται εντός της εβδομάδας να εξετάσει προτάσεις περιορισμού των εξουσιών του προέδρου Τραμπ σχετικά με τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων, αν και η ρεπουμπλικανική πλειοψηφία θεωρείται απίθανο να επιτρέψει την έγκρισή τους.