Ο Αλί Λαριτζανί, επικεφαλής του μηχανισμού ασφαλείας του Ιράν, πέρασε δεκαετίες στη σκιά της ιρανικής εξουσίας, προτού ο πόλεμος κατά του Ισραήλ και των ΗΠΑ τον φέρει στο επίκεντρο ως κεντρικό πρόσωπο στη λήψη αποφάσεων της Τεχεράνης.
Το Ισραήλ ανακοίνωσε ότι σκότωσε τον άνδρα που, μόλις την περασμένη εβδομάδα, είχε αψηφήσει τους βομβαρδισμούς για να συμμετάσχει σε διαδήλωση στους δρόμους της πρωτεύουσας του Ιράν.
Μετά τον θάνατο του αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο Λαριτζανί θεωρήθηκε de facto ηγέτης του ιρανικού καθεστώτος. «Ήταν το πρόσωπο που έπαιρνε τις αποφάσεις και κινούσε τα νήματα», σχολίασε ισραηλινός στρατιωτικός αξιωματούχος που δεν κατονομάστηκε.
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο Λαριτζανί καθοδηγούσε τις επιθέσεις στην περιοχή και διέτασσε πλήγματα κατά του Ισραήλ και των χωρών του Κόλπου.
Ως επικεφαλής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, ο 68χρονος πολιτικός βρέθηκε στο επίκεντρο της πυρηνικής πολιτικής και της διπλωματίας του Ιράν, μετά από χρόνια στο περιθώριο.
Με συνδυασμό ιδεολογικής πίστης και πραγματισμού, είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, επισφραγίζοντας μια καριέρα που εκτείνεται στον στρατό, τα μέσα ενημέρωσης και το κοινοβούλιο.
Από τον θάνατο του Χαμενεΐ στις 28 Φεβρουαρίου, κατά την πρώτη ημέρα του πολέμου, ο Λαριτζανί ήταν η φωνή της ιρανικής ηγεσίας, απευθύνοντας πολεμικά μηνύματα κατά των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Προειδοποιούσε ότι το Ιράν θα πολεμήσει «με οποιοδήποτε τίμημα» και κατηγορούσε τον Ντόναλντ Τραμπ ότι έσυρε «τον αμερικανικό λαό σε έναν άδικο πόλεμο».
Από τη Νατζάφ στο επίκεντρο της ιρανικής εξουσίας
Ο Αλί Λαριτζανί γεννήθηκε το 1957 στη Νατζάφ του Ιράκ, γιος διακεκριμένου σιίτη αξιωματούχου και συνεργάτη του αγιατολάχ Χομεϊνί, ιδρυτή της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Βετεράνος των Φρουρών της Επανάστασης στον πόλεμο Ιράν-Ιράκ (1980-1988), κάτοχος διδακτορικού στη Δυτική Φιλοσοφία από το Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, ανέλαβε το 1994 τη διοίκηση της κρατικής ραδιοτηλεόρασης (Irib), θέση που διατήρησε για μία δεκαετία.
Κατά τη θητεία του στην Irib, διακρίθηκε για τη σκληρή στάση του απέναντι στους μεταρρυθμιστές, προβάλλοντας προγράμματα που στόχευαν ιρανούς διανοουμένους και υποστηρικτές του προέδρου Μοχάμαντ Χαταμί.
Το 1996 ορίστηκε εκπρόσωπος του Αλί Χαμενεΐ στο Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας και στη συνέχεια γραμματέας του.
Από το 2005 έως το 2007 υπήρξε ο βασικός διαπραγματευτής του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης με το Λονδίνο, το Παρίσι, το Βερολίνο και τη Μόσχα. Οι δυτικοί συνομιλητές του τον χαρακτήριζαν πραγματιστή.
Παρότι υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές του 2005, ηττήθηκε από τον Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Στη συνέχεια διετέλεσε πρόεδρος του Κοινοβουλίου από το 2008 έως το 2020, ενώ οι υποψηφιότητές του για τις εκλογές του 2021 και του 2024 απορρίφθηκαν από το Συμβούλιο των Φρουρών του Συντάγματος.
Η διπλωματική επιστροφή και οι διεθνείς επαφές
Το 2015 ο Λαριτζανί υποστήριξε τη διεθνή συμφωνία για τον έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, την οποία ο Ντόναλντ Τραμπ ακύρωσε τρία χρόνια αργότερα αποσύροντας τις ΗΠΑ.
Τον Μάρτιο του 2025, πριν από τη διακοπή των ιρανοαμερικανικών συνομιλιών λόγω του πολέμου που προκλήθηκε από ισραηλινή επίθεση, είχε προειδοποιήσει για τον κίνδυνο να ωθηθεί η Τεχεράνη σε στρατιωτικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Λίγες εβδομάδες μετά τον πόλεμο Ιράν-Ισραήλ τον Ιούνιο του 2025, διορίστηκε επικεφαλής του βασικού οργάνου εθνικής ασφαλείας, αναλαμβάνοντας τον συντονισμό της αμυντικής στρατηγικής και την εποπτεία του πυρηνικού προγράμματος.
Η επιστροφή του θεωρήθηκε ένδειξη στροφής προς τον πραγματισμό στη διαχείριση της ιρανικής πολιτικής ασφαλείας, με τον ίδιο να ενισχύει τη διεθνή του παρουσία.
Στο τέλος του Ιανουαρίου, επελέγη να συναντηθεί με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στη Μόσχα, ενώ παράλληλα είχε επαφές με αξιωματούχους των χωρών του Κόλπου που επιδίωκαν αποκλιμάκωση των εντάσεων με την Ουάσινγκτον.
Ο Αλί Λαριτζανί υπογράμμιζε διαρκώς ότι οι διαπραγματεύσεις με τις δυτικές δυνάμεις πρέπει να περιοριστούν στο πυρηνικό πρόγραμμα, τονίζοντας πως ο εμπλουτισμός ουρανίου αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμα του Ιράν.