Ο πρέσβης του Ισραήλ στη Γαλλία Ζοσουά Ζάρκα εξαπέλυσε σφοδρή κριτική κατά της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής, χαρακτηρίζοντας «προδοσία» την πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης να απαγορεύσει τη διέλευση αεροσκαφών που μετέφεραν αμερικανικό οπλισμό προς το Ισραήλ πάνω από το γαλλικό έδαφος.
Σε συνέντευξή του στο γαλλικό περιοδικό «Valeurs actuelles», ο Ισραηλινός διπλωμάτης τόνισε ότι τα συγκεκριμένα όπλα προορίζονταν για επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν και όχι του Λιβάνου. Όπως ανέφερε, «η τελευταία άρνηση αυτού του είδους χρονολογείται από το 1973, την περίοδο του πολέμου του Γιομ Κιπούρ εναντίον των αραβικών κρατών. Αυτό δείχνει πόσο η γαλλική κυβέρνηση δεν αντιλήφθηκε σωστά τη βαρύτητα της απόφασής της».
Αναφερόμενος στη δήλωση του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν ότι εξετάζεται ο ρόλος των γαλλικών δυνάμεων, σε συνεργασία με Ευρωπαίους εταίρους, ως ενδεχόμενη αντικατάσταση των κυανόκρανων της Προσωρινής Δύναμης του ΟΗΕ στο Λίβανο, ο Ζάρκα υπογράμμισε: «Σήμερα, δεν αρκούν πλέον τα μεγάλα λόγια. Αν η Γαλλία ήθελε πραγματικά να βοηθήσει τον Λίβανο, θα μπορούσε να το είχε κάνει εδώ και πολύ καιρό».
Ο πρέσβης επεσήμανε ότι η Γαλλία «δεν αποδέχθηκε ποτέ την ιδέα του αφοπλισμού της Χεζμπολάχ ούτε, μάλιστα, πρότεινε τη βοήθειά της γι' αυτή την αποστολή». Πρόσθεσε ακόμη ότι το γαλλικό αεροπλανοφόρο, το οποίο βρίσκεται ανοιχτά της Κύπρου, «θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί για να αποτρέψει τη Χεζμπολάχ από το να αντιδράσει στην πίεση των Ενόπλων Δυνάμεων του Λιβάνου στο πεδίο». Όπως σημείωσε, «δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρίζει κανείς μια οργάνωση τρομοκρατική και ταυτόχρονα να τη μεταχειρίζεται ως νόμιμο πολιτικό εταίρο».
Σε ερώτηση σχετικά με το πόσο έχουν επιδεινωθεί οι σχέσεις μεταξύ Γαλλίας και Ισραήλ, ο Ζοσουά Ζάρκα επισήμανε ότι «πρόκειται για μια μακρά σειρά αποφάσεων που έλαβε η Γαλλία και οι οποίες οδήγησαν σε αυτή την επιδείνωση». Ανέφερε, μεταξύ άλλων, την απαγόρευση συμμετοχής του Ισραήλ σε γαλλικές εκθέσεις αμυντικού εξοπλισμού, καθώς και τον τρόπο και τη χρονική στιγμή που η Γαλλία επέλεξε να αναγνωρίσει επίσημα την ύπαρξη παλαιστινιακού κράτους, τονίζοντας ότι «έπαιξαν, επίσης, πολύ σημαντικό ρόλο».