Ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου να παραμείνουν «πιστοί» στις πολιτικές του, ζητώντας να μην ανατραπεί το προεδρικό διάταγμα που ακυρώνει το λεγόμενο δίκαιο του εδάφους — δηλαδή την αυτόματη απόκτηση υπηκοότητας για κάθε παιδί που γεννιέται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, επέκρινε την πρόσφατη ακύρωση των τελωνειακών του δασμών.
Ο Τραμπ, μέσω της πλατφόρμας Truth Social, προέβλεψε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο «θα αποφανθεί εναντίον μας όσον αφορά την απόκτηση υπηκοότητας με τη γέννηση», χαρακτηρίζοντας την πρακτική αυτή «μη βιώσιμη, επικίνδυνη και απίστευτα δαπανηρή πολιτική καταστροφή».
«Δεν θέλω πίστη, αλλά θέλω και περιμένω να είναι πιστοί στη χώρα μας», πρόσθεσε ο πρόεδρος, επιμένοντας στη θέση του για τη μεταναστευτική πολιτική.
Την πρώτη ημέρα της δεύτερης θητείας του, ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε διάταγμα που προβλέπει πως όσα παιδιά γεννιούνται στις ΗΠΑ από γονείς που βρίσκονται παράνομα στη χώρα, δεν θα αποκτούν πλέον αυτόματα την αμερικανική υπηκοότητα. Το διάταγμα αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη 14η τροπολογία του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την αρχή της υπηκοότητας με τη γέννηση.
Οι κατώτερες βαθμίδες της δικαιοσύνης έχουν ήδη κρίνει το διάταγμα παράνομο. Ο Τραμπ, ωστόσο, υποστηρίζει ότι το μέτρο στοχεύει να σταματήσει αυτό που θεωρεί «πρόσκληση» προς τους μετανάστες να εισέρχονται στις ΗΠΑ, εντάσσοντάς το στη συνολική του πολιτική κατά της παράτυπης μετανάστευσης.
Η αντιπαράθεση με το Ανώτατο Δικαστήριο
Στις αρχές Απριλίου, ο Τραμπ παρέστη αυτοπροσώπως σε συνεδρίαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το ζήτημα, μια κίνηση άνευ προηγουμένου για εν ενεργεία πρόεδρο. Οι δικαστές, ωστόσο, εμφανίστηκαν επιφυλακτικοί απέναντι στο επίμαχο διάταγμα.
Η απόφαση του Δικαστηρίου αναμένεται έως τα τέλη Ιουνίου, όταν ολοκληρώνονται οι ετήσιες εργασίες του. Η δημόσια πίεση του Λευκού Οίκου προς τους εννέα ισόβιους δικαστές θεωρείται ιδιαίτερα σπάνια, δεδομένης της ιστορικής ανεξαρτησίας του θεσμού ως μηχανισμού ελέγχου της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας.
Οι αιχμές προς τους ίδιους του διορισμένους δικαστές
Στο μήνυμά του, ο Τραμπ επέκρινε ονομαστικά τους Νιλ Γκόρσατς και Έιμι Κόνι Μπάρετ, δύο από τους δικαστές που ο ίδιος διόρισε κατά την πρώτη του θητεία, κατηγορώντας τους για το «πλήγμα» που του προκάλεσαν όταν τάχθηκαν κατά της δασμολογικής του πολιτικής.
«Η απόφασή τους για τους τελωνειακούς δασμούς κόστισε στις ΗΠΑ 159 δισεκατομμύρια δολάρια που πρέπει να επιστρέψουμε σε εχθρούς, πρόσωπα, εταιρείες και χώρες που μας μάδαγαν εδώ και χρόνια», ανέφερε ο 79χρονος ρεπουμπλικάνος ηγέτης, προσθέτοντας: «Πρέπει να κάνουν το σωστό, αλλά είναι εντάξει να είναι πιστοί σε αυτόν που τους διόρισε».