Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να επαναφέρει ένα νέο πλέγμα προστατευτικών δασμών μετά το νομικό μπλόκο που έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο στους αρχικούς παγκόσμιους δασμούς. Στόχος της Ουάσιγκτον είναι να διατηρήσει τη φιλοσοφία της «Ημέρας Απελευθέρωσης» του Απριλίου 2025, αλλά με ένα πλαίσιο που θα αντέχει περισσότερο σε νομικές προσφυγές.
Το νέο μοντέλο βασίζεται σε έρευνες που διεξάγονται βάσει του Άρθρου 301 του αμερικανικού εμπορικού νόμου και επικεντρώνονται κυρίως σε δύο ζητήματα: τις καταγγελίες για καταναγκαστική εργασία και την ύπαρξη υπερβάλλουσας βιομηχανικής παραγωγικής ικανότητας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η Ουάσιγκτον αποκτά τη δυνατότητα να επιβάλλει διαφοροποιημένους δασμούς ανά χώρα, αναδιαμορφώνοντας τον παγκόσμιο εμπορικό χάρτη.
Το τελικό αποτέλεσμα του νέου δασμολογικού σχεδίου θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις έρευνες που βρίσκονται σε εξέλιξη, αλλά και από τις πολιτικές επιλογές του Λευκού Οίκου, οι οποίες συχνά συνοδεύονται από εξαιρέσεις, ειδικές ρυθμίσεις και αιφνιδιαστικές παρεμβάσεις που μπορούν να ανατρέψουν τις ισορροπίες στις διεθνείς αγορές.
Κερδισμένοι και χαμένοι του νέου πλαισίου Τραμπ
Οι μεγαλύτεροι ωφελημένοι φαίνεται να είναι οι Φιλιππίνες, η Νότια Αφρική και μια σειρά μικρότερων αναπτυσσόμενων οικονομιών. Οι Φιλιππίνες αναμένεται να δουν τον δασμολογικό συντελεστή να μειώνεται από το 19% στο 12,5%, ενώ η Νότια Αφρική από το 30% στο ίδιο επίπεδο.
Παράλληλα, χώρες όπως το Πακιστάν, η Μιανμάρ, το Λάος και το Λεσότο ενδέχεται να αποκτήσουν σημαντικό πλεονέκτημα, προσελκύοντας επενδύσεις και μεταφορά εφοδιαστικών αλυσίδων από πολυεθνικές που επιδιώκουν χαμηλότερο κόστος εισαγωγών στις ΗΠΑ.
Στον αντίποδα, η Σιγκαπούρη συγκαταλέγεται στους πιθανούς χαμένους. Η οικονομία της κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με υψηλότερους δασμούς από το σημερινό επίπεδο του 10%, καθώς επηρεάζεται και από τις δύο βασικές έρευνες της αμερικανικής κυβέρνησης. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί ανησυχία σε μια χώρα που λειτουργεί ως κομβικό κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου για την παγκόσμια οικονομία.
Για άλλες μεγάλες οικονομίες, η εικόνα παραμένει θολή. Ο Καναδάς και το Μεξικό συνεχίζουν να διαπραγματεύονται στο πλαίσιο της συμφωνίας USMCA, με τα αυτοκίνητα και τα βιομηχανικά προϊόντα να αποτελούν τα βασικά σημεία τριβής.
Ο Καναδάς φαίνεται να βρίσκεται σε καλύτερη θέση, καθώς οι δασμοί είναι χαμηλότεροι σε σχέση με τον Απρίλιο του 2025 και υπάρχουν σημαντικές εξαιρέσεις για προϊόντα που πληρούν τους όρους της συμφωνίας USMCA. Ωστόσο, οι κλαδικοί δασμοί στα μέταλλα συνεχίζουν να επιβαρύνουν τη βιομηχανία της χώρας.
Ο Τραμπ εξακολουθεί να απειλεί με αποχώρηση από τη βορειοαμερικανική εμπορική συμφωνία που είχε ο ίδιος διαπραγματευθεί κατά την πρώτη του θητεία, ενώ έχει εκφράσει επανειλημμένα τη δυσαρέσκειά του για τα αντίμετρα που έλαβε ο Καναδάς. Ακόμη και αν πρόκειται για διαπραγματευτική τακτική, η Οτάβα δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής ενόψει της επαναδιαπραγμάτευσης της συμφωνίας.
Το Μεξικό επιδιώκει ελάφρυνση στους ειδικούς δασμούς για τα αυτοκίνητα, υποστηρίζοντας ότι τα οχήματά του επιβαρύνονται περισσότερο από αντίστοιχα προϊόντα που εισάγονται από τη Νότια Κορέα ή την Ιαπωνία.
Στο πλαίσιο των συνομιλιών για την USMCA, η Ουάσιγκτον πιέζει το Μεξικό να υιοθετήσει κανόνα σύμφωνα με τον οποίο τα αυτοκίνητα που παράγονται στη ζώνη ελεύθερου εμπορίου της Βόρειας Αμερικής θα πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον 50% αμερικανικής προέλευσης εξαρτήματα. Οι διαπραγματεύσεις αναμένεται να συνεχιστούν τουλάχιστον έως τον Ιούλιο.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται υπό πίεση να επικυρώσει τη νέα εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη πρέπει να εγκρίνουν το τελικό κείμενο πριν από την προθεσμία της 4ης Ιουλίου που έχει θέσει ο Τραμπ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει προειδοποιήσει ότι, αν η συμφωνία δεν τεθεί σε ισχύ έως τότε, οι δασμοί στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα θα αυξηθούν στο 25% από 15%. Παράλληλα, ο Τζέιμσον Γκριρ έχει προσπαθήσει να καθησυχάσει τις Βρυξέλλες δηλώνοντας ότι «μια συμφωνία είναι συμφωνία».
Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελεί η Κίνα. Παρά τη σκληρή ρητορική του Τραμπ κατά την προεκλογική περίοδο, το Πεκίνο βρίσκεται σήμερα σε σαφώς καλύτερη θέση από ό,τι αναμενόταν, με τον πραγματικό δασμολογικό συντελεστή να κινείται κοντά στο 21%, πολύ χαμηλότερα από το 60% που είχε εξαγγελθεί. Ωστόσο, η επόμενη φάση των διαπραγματεύσεων αναμένεται κρίσιμη, καθώς η Κίνα έχει ήδη αποδείξει ότι διαθέτει ισχυρά διαπραγματευτικά όπλα μέσω του ελέγχου των εξαγωγών σπάνιων γαιών.