Ομοσπονδιακό δικαστήριο απέρριψε την προσπάθεια της κυβέρνησης του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να εφαρμόσει σε 23 Πολιτείες ένα εκτελεστικό διάταγμα που αυστηροποιεί τους κανόνες της επιστολικής ψήφου, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου για την ανανέωση του Κογκρέσου.
Το 1ο Εφετείο της Βοστώνης απέρριψε το αίτημα της κυβέρνησης να αρθούν τα ασφαλιστικά μέτρα που είχαν εξασφαλίσει πολλές Πολιτείες με Δημοκρατική διοίκηση στις 25 Ιουνίου. Η δικαστής Ίντιρα Ταλουάνι είχε κρίνει ότι ορισμένα μέρη του προεδρικού διατάγματος είναι αντισυνταγματικά. Το υπουργείο Δικαιοσύνης προσέφυγε κατά της απόφασης, υποστηρίζοντας ότι επειδή οι κρατικές υπηρεσίες δεν έχουν ολοκληρώσει τις ενέργειές τους, οποιαδήποτε προσφυγή είναι πρόωρη.
Το Εφετείο, με ψήφους 2 έναντι 1, απέρριψε το επιχείρημα αυτό. Στο σκεπτικό του σημειώνεται πως το διάταγμα «καθορίζει μια σαφή σειρά προθεσμιών, οι οποίες πλησιάζουν γρήγορα, εντός των οποίων οι Πολιτείες πρέπει να συντονίσουν τις ενέργειές τους με τους ομοσπονδιακούς αξιωματούχους και να συμμορφωθούν με τις νέες διαδικασίες ψηφοφορίας, ενώ παράλληλα θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι ίδιοι οι αξιωματούχοι τους και οι πολίτες κατανοούν το σύνολο των κανόνων που διέπει τις επερχόμενες εκλογές. Οι προσφεύγουσες Πολιτείες δεν είχαν άλλη πρακτική επιλογή παρά να αντιδράσουν (στο διάταγμα) τώρα».
Πριν από την απόφαση της Ταλουάνι, ομοσπονδιακός δικαστής στην Ουάσιγκτον είχε απορρίψει αντίστοιχη προσπάθεια των Δημοκρατικών να μπλοκάρουν το διάταγμα επικαλούμενοι παρόμοιους λόγους. Το υπουργείο Δικαιοσύνης προειδοποίησε ότι αν το 1ο Εφετείο δεν λάβει απόφαση υπέρ του, θα ζητήσει παρέμβαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Ο Τραμπ υπέγραψε το εκτελεστικό διάταγμα τον Μάρτιο, έχοντας επί χρόνια ζητήσει αυστηρότερους κανόνες στην επιστολική ψήφο και ισχυριζόμενος ότι η ήττα του στις εκλογές του 2020 ήταν αποτέλεσμα εκλογικής νοθείας. Σύμφωνα με το Σύνταγμα των ΗΠΑ, οι Πολιτείες είναι υπεύθυνες για τη διαχείριση των ομοσπονδιακών εκλογών.
Το διάταγμα αυτό προστέθηκε σε άλλες πρωτοβουλίες του Τραμπ για την τροποποίηση της εκλογικής διαδικασίας. Δικαστήρια είχαν ήδη μπλοκάρει προηγούμενο διάταγμα που απαιτούσε αποδεικτικά στοιχεία ιθαγένειας για την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους και επέβαλε περιορισμούς στην καταμέτρηση επιστολικών ψήφων.
Με το διάταγμα Μαρτίου, το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας θα καταρτίζει και θα διαβιβάζει στις Πολιτείες λίστα με τους Αμερικανούς πολίτες που έχουν δικαίωμα ψήφου, χρησιμοποιώντας αρχεία ιθαγένειας και πολιτογράφησης καθώς και άλλες ομοσπονδιακές βάσεις δεδομένων. Η Ταχυδρομική Υπηρεσία των ΗΠΑ (USPS) υποχρεωνόταν να παραδίδει ψηφοδέλτια μόνο σε ψηφοφόρους που περιλαμβάνονται στον εγκεκριμένο κατάλογο επιστολικής ψήφου κάθε Πολιτείας. Η USPS είχε ήδη λάβει μέτρα συμμόρφωσης με το διάταγμα.
Επιπλέον, ο πρόεδρος έδινε εντολή στο Υπουργείο Δικαιοσύνης να θέσει ως προτεραιότητα τη δίωξη πολιτειακών και τοπικών εκλογικών αξιωματούχων που δίνουν ψηφοδέλτια σε άτομα που θεωρούνται «μη επιλέξιμα».
Ωστόσο, η Ταλουάνι έκρινε ότι ο πρόεδρος δεν έχει την εξουσία να διατάξει το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας να καταρτίσει καταλόγους ψηφοφόρων και ότι η USPS δεν είναι εξουσιοδοτημένη να υιοθετήσει δεσμευτικούς κανονισμούς για την επιστολική ψήφο.
Η δικαστής, που είχε διοριστεί από τον Δημοκρατικό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, ανέφερε ότι ο Τραμπ δεν δικαιούται με το διάταγμά του «να εκφοβίσει τους τοπικούς αξιωματούχους εκλογών ώστε να χρησιμοποιήσουν τους κατ’ ανάγκη ελλιπείς καταλόγους επιβεβαιωμένης ιθαγένειας, προκειμένου να μην διωχθούν ποινικά».