Μια Αφγανή απελάθηκε από τις ΗΠΑ στα τέλη Αυγούστου, έπειτα από απόφαση ειδικού δικαστηρίου που συγκλήθηκε για πρώτη φορά από την ίδρυσή του το 1996, όπως αναφέρουν δικαστικές πηγές. Η υπόθεση αφορά τη Ναζίρα Χάτζι Ζάντα, της οποίας ο γιος και ο γαμπρός κρίθηκαν ένοχοι για το σχεδιασμό επίθεσης ανήμερα των προεδρικών εκλογών του 2024.
Το ομοσπονδιακό δικαστήριο «για την απομάκρυνση ξένων τρομοκρατών» (ATRC), που εξετάζει υποθέσεις απέλασης με απόρρητες πληροφορίες, συνεδρίασε για πρώτη φορά στις 30 Ιουλίου. Εξέτασε το αίτημα της αμερικανικής κυβέρνησης για την απέλαση της 47χρονης Χάτζι Ζάντα, διατάσσοντας τελικά στις 20 Αυγούστου την επιστροφή της στο Αφγανιστάν, χαρακτηρίζοντάς την «ξένη τρομοκράτισσα». Η ίδια επέλεξε να μην αμφισβητήσει την απόφαση.
Η απόφαση σηματοδοτεί το τέλος του καθεστώτος νόμιμης κατοίκου των ΗΠΑ που διατηρούσε από το 2018, ενώ της απαγορεύεται δια παντός η επιστροφή στη χώρα.
Σύμφωνα με ενημέρωση του υπουργείου Δικαιοσύνης προς το δικαστήριο, η απέλαση της Ζάντα πραγματοποιήθηκε στις 25 Αυγούστου.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης Τοντ Μπλανς χαρακτήρισε την απέλαση ως «νίκη για την εθνική ασφάλεια και το κράτος δικαίου», υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για την πρώτη υπόθεση που εκδικάστηκε από το ATRC.
Δικαστικά έγγραφα αναφέρουν ότι η Ναζίρα Χάτζι Ζάντα είχε ορκιστεί πίστη στο Ισλαμικό Κράτος και στήριξε το σχέδιο του γιου και του γαμπρού της. Οι δύο άνδρες, ο Αμπντουλάχ Χάτζι Ζάντα, 17 ετών, και ο Νασίρ Άχμαντ Ταουχέντι, 27 ετών, συνελήφθησαν στην Οκλαχόμα λίγες εβδομάδες πριν από τις προεδρικές εκλογές της 5ης Νοεμβρίου 2024.
Οι συλληφθέντες είχαν ραντεβού με μυστικούς πράκτορες του FBI, από τους οποίους νόμιζαν ότι θα προμηθεύονταν τουφέκια και πυρομαχικά. Ο πρώτος δήλωσε ένοχος για κατοχή πυροβόλων με στόχο τη διάπραξη επίθεσης και καταδικάστηκε σε 15 χρόνια κάθειρξη. Ο Ταουχέντι δήλωσε επίσης ένοχος τον Ιούνιο του περασμένου έτους, όμως κρίθηκε ποινικά μη υπεύθυνος λόγω αδυναμίας κατανόησης της διαδικασίας, μετά από ψυχιατρικές εξετάσεις. Η ανακοίνωση της ποινής του εκκρεμεί, καθώς αναμένεται να λάβει θεραπεία και να υποβληθεί σε περαιτέρω αξιολόγηση.