Φώτο: Shutterstock

Φυτικό γάλα και κρέας: Το νέο μεγάλο στοίχημα στα τρόφιμα

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη.
Η εξαγορά της Arivia από την Upfield «φωτίζει» την ανερχόμενη βιομηχανία προϊόντων φυτικής προέλευσης, που βασίζεται στην καινοτομία και ήδη φέρνει μεγάλους τζίρους σε διεθνές επίπεδο. Ποιες ελληνικές εταιρείες πρωτοπορούν.

Η πρόσφατη ανακοίνωση της απόφασης του ισχυρού ομίλου της Upfield να προχωρήσει στη εξαγορά της ελληνικής Arivia, έφερε στο προσκήνιο την αναπτυσσόμενη κατηγορία των προϊόντων φυτικής προέλευσης (plant based products) και σε εγχώριο επίπεδο.

Πρόκειται για μια κατηγορία η οποία έχει αρχίσει να καταγράφει σημαντικά ποσοστά πιστότητας στους καταναλωτές στην Ελλάδα, ενώ οι προοπτικές ανάπτυξής της βαίνουν συνεχώς αυξανόμενες.

Ξεκινώντας από τα σήματα της Arivia που διακινούνται στην Ελλάδα, ήτοι Viotros και Viofast, είναι ιδιαίτερα δημοφιλή στους εγχώριους καταναλωτές που ακολουθούν μια χορτοφαγική διατροφή, ενώ και τα στοιχεία από εταιρείες ερευνών επιβεβαιώνουν ότι η κατηγορία των φυτικών ροφημάτων και επιδορπίων έχουν ήδη βρει το κοινό τους, το οποίο δεν περιλαμβάνει μόνο όσους έχουν επιλέξει μια χορτοφαγική διατροφή.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Nielsen, η κατηγορία φυτικών ροφημάτων καταγράφει τζίρο περί τα 22,5 εκατ. ευρώ (σ.σ. μετρήσεις σε σημεία άνω των 100 τμ ), σημειώνοντας αύξηση σε αξία περί το 37% στο δωδεκάμηνο που ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβρη.

Μικρότερης έκτασης πωλήσεις εμφανίζουν τα φυτικά επιδόρπια γιαουρτιού που εμφανίζουν τζίρο περί τις 740 χιλ ευρώ, καταγράφοντας ωστόσο σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης που ξεπερνούν το 40%. Αντίστοιχα δυναμικά κινούνται και τα ποσοστά σε όρους όγκου πωλήσεων, με τα ροφήματα να σημειώνουν αύξηση περί το 38% και τα επιδόρπια περί το 27% σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό δωδεκάμηνο.

Ευρεία γκάμα προϊόντων

Σε εγχώριο επίπεδο ήδη στα ράφια υπάρχει μια ευρεία γκάμα φυτικών προϊόντων, ενδεικτικά αναφέρεται ότι το ελληνικό σήμα «Όλυμπος» εμφανίζεται να απολαμβάνει σημαντικό μερίδιο στην κατηγορία των φυτικών ροφημάτων.

Στο παιχνίδι των φυτικών προτάσεων έχουν εισέλθει και άλλες εταιρείες όπως για παράδειγμα η Γιώτης, η οποία στις αρχές του 2018 λάνσαρε ρόφημα αμυγδάλου από την σειρά Fytro ενώ τον ίδιο χρόνο η Upfield ξεκίνησε τη διάθεση ροφημάτων σόγιας, αμυγδάλου και φουντουκιού υπό το εμπορικό σήμα Βιτάμ. Από το περσινό καλοκαίρι και η Coca Cola διεκδικεί μερίδιο στην εγχώρια κατηγορία φυτικών ροφημάτων ξεκινώντας την διάθεση έξι κωδικών της Adez.

Φυτικό... κρέας

Σε ό,τι αφορά στο κρέας, εδώ και λίγους μήνες η Beyond Meat, με το πρώτο σε πωλήσεις παγκοσμίως plant based burger, έκανε την είσοδό της στην Ελλάδα μέσω της αλυσίδας Θανόπουλος, ενώ η ελληνική αλλαντοβιομηχανία Υφαντής κατά την πρόσφατη έκθεση τροφίμων και ποτών, ANUGA 2019, παρουσίασε την δική της πρόταση, η οποία εστιάζει σε plant based προϊόντα που συνδέονται με την υγιεινή μεσογειακή κουζίνα, μέσω της σειράς “Esti by Ifantis”, η οποία σε πρώτη φάση θα στοχεύσει στην αμερικάνικη αγορά.

Η νέα τάση της κατανάλωσης φυτικών προϊόντων, που εμφανίζει σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης σε παγκόσμια κλίμακα, έχει ξεκινήσει έχοντας γερές βάσεις. Και αυτό γιατί απευθύνεται σε μια διευρυμένη καταναλωτική ομάδα που περιλαμβάνει: τους Vegan και τους χορτοφάγους που επιλέγουν τα συγκεκριμένα προϊόντα τα οποία ταυτίζονται με την φιλοσοφία τους, τα άτομα με τροφικές αλλεργίες και εκείνους που καταναλώνουν τα προϊόντα λόγω θρησκευτικών ή ιατρικών αναγκών.

Είναι ενδεικτικό ότι εξαιτίας της ευαισθησίας στη λακτόζη που εμφανίζεται σε υψηλά ποσοστά τα τελευταία χρόνια ένας στους τέσσερις ανθρώπους αποφεύγουν τα γαλακτοκομικά προϊόντα.

Εξίσου σημαντικός παράγοντας που ενισχύει την περαιτέρω εξάπλωση των φυτικών προϊόντων, όχι μονάχα της κατηγορίας των γαλακτοκομικών, αφορά στην εξίσου αυξανόμενη τάση που καταγράφεται στους καταναλωτές και αφορά στην ευαισθητοποίηση που δείχνουν στα θέματα βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία φέρεται ότι έχει αρχίσει να αποτελεί σημαντικό κριτήριο επιλογής προϊόντων διατροφής.

Τζίροι δεκάδων δισ. δολαρίων

Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών στην αμερικανική εφημερίδα New York Times, η αγορά υποκατάστατων κρέατος υπολογίζεται πως μπορεί να φθάσει έως και τα 85 δισ. δολάρια μέχρι το 2030, ενώ σύμφωνα με την Global Market Insights, ο τζίρος των φυτικών ροφημάτων σε παγκόσμιο επίπεδο αναμένεται να φτάσει τα 21 δισ. δολάρια το 2024.

Στον αντίποδα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη εκφράζεται έντονος σκεπτικισμός στο κατά πόσο η αντικατάσταση των γαλακτοκομικών και του κρέατος με φυτικά προϊόντα μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, ενώ ταυτόχρονα ο παράγοντας της γεύσης που έχει περάσει στην συνείδηση των καταναλωτών φέρεται να αποτελεί σημαντικό σκόπελο στην ανάπτυξη της κατηγορίας.

Όπως αναφέρουν αναλυτές της αγοράς στο BusisnessDaily, «το πεδίο ανάπτυξης των φυτικών προϊόντων είναι τεράστιο και ήδη οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο κομμάτι της διατροφής: βιομηχανία, λιανική, εστίαση έχουν αρχίσει να προσεγγίζουν πιο ουσιαστικά την κατηγορία αυτή. Σαφώς και η νέα αυτή αγορά προϋποθέτει την διάθεση σημαντικών κεφαλαίων καθώς βασίζεται κυρίως στην καινοτομία.

Η δημιουργία ενός φυτικού προϊόντος που θα μπορούσε να αντικαταστήσει την συνήθεια της κατανάλωσης κρέατος για παράδειγμα περιλαμβάνει δύσκολες εξισώσεις, γιατί στο τέλος της ημέρας αφορά στην διατροφή, άρα πέρα από την γεύση οφείλει να μην είναι επιβλαβή για την υγεία. Σε αυτό το πλαίσιο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κατά πόσο η στροφή στα φυτικά προϊόντα θα έχει διάρκεια εξαρτάται κατά μεγάλο βαθμό από την αξιοπιστία τους στο μέσο καταναλωτή».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Arivia
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Με νέα θυγατρική μπαίνει η Arivia στην αγορά του τυριού

Τη νέα θυγατρική Aring με έδρα στην Πυλαία Θεσσαλονίκης ίδρυσε η Arivia, που έχει περάσει από τον περασμένο Οκτώβριο στον έλεγχο του ομίλου Upfield. Στελέχη της Upfield στο διοικητικό συμβούλιο της νέας εταιρείας.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Νέες επενδύσεις και ενίσχυση εξαγωγών για την Upfield Ελλάδος

Ήδη έχουν ξεκινήσει εξαγωγές προϊόντων ελαιόλαδου από την Ελλάδα στις αγορές της Γερμανίας, Πολωνίας, Αυστρίας, Τσεχίας, ενώ στόχος του μητρικού ομίλου είναι η εγχώρια μονάδα να τροφοδοτήσει και την περιοχή της Μέσης Ανατολής.