Φώτο: Shutterstock

Ικανοποιημένο το 67% των καταναλωτών από την γκάμα προϊόντων στα σούπερ μάρκετ

Όπως έχει καταγραφεί στην έρευνα καταναλωτών του ΙΕΛΚΑ οι επισκέψεις συνολικά στα καταστήματα τροφίμων έχουν μειωθεί λόγω του κορονοϊού κατά 55%.

Κυλιόμενη έρευνα με θέμα τις αγοραστικές-καταναλωτικές συνήθειες των Ελλήνων καταναλωτών λόγω της εμφάνισης του ιού COVID-19 στην Ελλάδα πραγματοποιεί το ΙΕΛΚΑ (Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών). Η έρευνα πραγματοποιείται με δείγμα 1.050 ατόμων.

Ανάμεσα στα θέματα που εξετάζονται είναι και η αξιολόγηση της προϊοντικής γκάμας των προϊόντων που διατίθενται σήμερα από τα καταστήματα σουπερμάρκετ.

Όπως έχει καταγραφεί στην έρευνα καταναλωτών του ΙΕΛΚΑ οι επισκέψεις συνολικά στα καταστήματα τροφίμων έχουν μειωθεί λόγω του κορονοϊού κατά 55%.

Γενικότερα οι καταναλωτές προσπαθούν να μειώσουν τις επισκέψεις τους στα καταστήματα και την έκθεση τους στον κορονοϊό και επομένως προσπαθούν να ομαδοποιήσουν τις αγορές τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξετάστηκε στην κυλιόμενη έρευνα καταναλωτών του ΙΕΛΚΑ αν ως αγοραστές είναι ικανοποιημένοι ή αν θα επιθυμούσαν να βρίσκουν στα καταστήματα σουπερμάρκετ και κάποιες άλλες κατηγορίες αγαθών.

Το 67% ή 2 στους 3 καταναλωτές δηλώνουν ικανοποιημένοι με την γκάμα προϊόντων που βρίσκουν στα σουπερμάρκετ. Παράλληλα όμως υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό 33% που δηλώνει ότι υπάρχουν προϊόντα τα οποία θα ήθελε να αγοράζει από το σουπερμάρκετ, αλλά σήμερα δεν είναι διαθέσιμα σε αυτά.

Στο ερώτημα με ελεύθερη απάντηση σε σχέση με το ποια προϊόντα θα ήθελαν να πωλούνται στα σουπερμάρκετ τα οποία σήμερα δεν είναι διαθέσιμα σε αυτά, τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, καθώς η πρώτη κατηγορία με διαφορά αφορούσε τα Μη Συνταγογραφούμενα Φάρμακα, βιταμίνες και συμπληρώματα διατροφής, η οποία με την εξαίρεση των βιταμινών και συμπληρωμάτων διατροφής σήμερα απαγορεύεται να διατίθεται από τα σουπερμάρκετ.

Θα πρέπει να σημειωθεί βέβαια ότι σήμερα στα σουπερμάρκετ διατίθενται ελάχιστοι κωδικοί προϊόντων βιταμινών και συμπληρωμάτων διατροφής και συνήθως ιδιωτικής ετικέτας. Δεύτερη κατηγορία ήταν τα είδη καπνιστού, μία κατηγορία η οποία αν και επιτρέπεται η πώληση της στα καταστήματα σουπερμάρκετ δεν είναι χρηματοοικονομικά ελκυστική για το οργανωμένο λιανεμπόριο. Ακολουθούν τα είδη της άμεσης επικαιρότητας, αντισηπτικά, γάντια και μάσκες, τα οποία σε κάποια καταστήματα διατίθεται και σε κάποια άλλα όχι, ενώ σημαντικό ποσοστό λαμβάνουν και τα είδη κήπου, τα καλλυντικά, τα βιβλία και η γραφική ύλη.

Όσον αφορά τα Μη Συνταγογραφούμενα Φάρμακα μία σε μεγαλύτερο βάθος ανάλυση κάνει σαφές ότι η επιθυμία του κοινού αφορά κυρίως ένα μικρό κωδικολόγιο, επωνύμων προϊόντων άμεσης ανάγκης τα οποία συνήθως ο καταναλωτής έχει πάντα διαθέσιμα στο σπίτι του, όπως παυσίπονα και προϊόντα για το στομάχι και βασικός λόγος για το αίτημα αυτό είναι η αποφυγή της δεύτερης ξεχωριστής επίσκεψης για την προμήθεια τους. Κάτι τέτοιο συνάδει και με τη σημερινή πρόθεση για περιορισμό των μετακινήσεων.

Σχετική με την πρόθεση περιορισμού των μετακινήσεων λόγω κορoνοϊού ήταν η νομοθέτηση της υποχρέωσης των καταστημάτων σουπερμάρκετ να πωλούν υποχρεωτικά εφημερίδες περιοδικά. Φαίνεται όμως ότι η συγκεκριμένη θεσμοθέτηση αφορά μόνο μία πολύ μικρή μερίδα του καταναλωτικού κοινού. Άλλωστε, η συγκεκριμένη κατηγορία δεν αναφέρθηκε από κανέναν καταναλωτή στο πλαίσιο της έρευνας ως ζητούμενο για αγορά από το σουπερμάρκετ, κάτι που δείχνει ότι δεν υπάρχει ζήτηση από την πλευρά του κοινού.

Συγκεκριμένα στην ερώτηση για το αν οι καταναλωτές είναι διατεθειμένοι να αγοράζουν από τα σουπερμάρκετ εφημερίδες και περιοδικά μόλις το 7% απαντά θετικά, ενώ το 61% θα προτιμούσε αντί για εφημερίδες και περιοδικά να βρίσκει άλλα προϊόντα διαθέσιμα στο σουπερμάρκετ.

Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι μόλις 1 στους 2 καταναλωτές γνωρίζει ότι μπορεί να βρει εφημερίδες και περιοδικά στα σουπερμάρκετ. Η παραπάνω εικόνα επιβεβαιώνεται και με τα πρόσφατα στοιχεία για τις πωλήσεις των αγαθών αυτών από τα σουπερμάρκετ, οι οποίες είναι ελάχιστες. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι κατά μέσο όρο πωλούνται μόλις 1 με 2 τεμάχια ανά ημέρα ανά κατάστημα, ενώ σε πλήθος καταστημάτων οι πωλήσεις είναι μηδενικές. Σημειώνεται δε από στελέχη της αγοράς ότι ενώ οι πωλήσεις είναι ελάχιστες δημιουργούνται τεράστια διαχειριστικά κόστη για τις αλυσίδες σουπερμάρκετ, ενώ στην περίπτωση των μικρών καταστημάτων ευκολίας καταλαμβάνουν μεγάλο χώρο στα ράφια μειώνοντας το μέγεθος του κωδικολογίου που μπορεί να διατεθεί.
 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ