Το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων παρουσιάζει το πρώτο μέρος μιας σειράς αφιερωμάτων για την παραδοσιακή αλιεία στην Πάρο, εστιάζοντας στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι επαγγελματίες ψαράδες του νησιού. Η δημοσιογραφική έρευνα και η σκηνοθεσία φέρουν την υπογραφή του Γιώργου Κουβαρά, ο οποίος πραγματοποίησε εκτεταμένες κινηματογραφήσεις και συνεντεύξεις στο νησί.
Η Πάρος, γνωστή στους επισκέπτες για τις τουριστικές της ομορφιές, διαθέτει μια λιγότερο προβεβλημένη πλευρά. Είναι η πλευρά της θάλασσας, των μικρών καϊκιών που βγαίνουν για τα δίχτυα πριν ακόμη ξημερώσει, των ανθρώπων που αφιερώνουν ώρες στην επισκευή εργαλείων, αλλά και μιας γενιάς ψαράδων που βλέπει το επάγγελμά της να συρρικνώνεται.
Στα λιμάνια της Νάουσας και του Πίσω Λιβαδιού, η καθημερινότητα των επαγγελματιών αλιέων διαφέρει σημαντικά από την εικόνα που αποτυπώνουν οι καρτ-ποστάλ. Οι αλιείς αναφέρονται σε μειωμένα αλιεύματα, αυξημένο λειτουργικό κόστος, καταστροφές στα δίχτυα, αλλαγές στο θαλάσσιο περιβάλλον και δυσκολία προσέλκυσης νέων στο επάγγελμα.
Ο πρόεδρος των επαγγελματιών αλιέων Πάρου, Δημήτρης Σκιαδάς, με εμπειρία 45 ετών στη θάλασσα, θυμάται εποχές όπου η αλιεία ήταν «εύπορο» επάγγελμα. Πλέον, όπως περιγράφει, το εισόδημα συχνά αρκεί μόνο για τα απαραίτητα έξοδα.
«Το πρόβλημα δεν είναι ένα. Είναι ένα σύνολο παραγόντων που, σύμφωνα με τους ίδιους τους αλιείς, λειτουργούν σωρευτικά.»
Τα δίχτυα, ο λαγοκέφαλος και ένα νέο πρόβλημα
«Δελφίνια, φώκιες και λαγοκέφαλοι καταστρέφουν τα δίχτυα, αυξάνοντας τον χρόνο και το κόστος εργασίας. Ο λαγοκέφαλος έχει προστεθεί τα τελευταία χρόνια στα προβλήματα των αλιέων, καθώς τρέφεται με είδη όπως σουπιές, καλαμάρια και χταπόδια, τα οποία αποτελούν σημαντικό μέρος της αλιευτικής δραστηριότητας.
Το ζήτημα αποκτά και μια παράδοξη διάσταση: έχει ανακοινωθεί οικονομική ενίσχυση 5,33 ευρώ ανά κιλό για την αλίευση λαγοκέφαλων, όμως οι αλιείς θέτουν ερωτήματα για το πώς εφαρμόζεται στην πράξη το μέτρο. Ποιος παραλαμβάνει τα ψάρια; Ποιος τα ζυγίζει; Πού οδηγούνται; Πώς ολοκληρώνεται η διαδικασία;»
Για τους ανθρώπους της θάλασσας, μια οικονομική ενίσχυση δεν επαρκεί όταν η διαδικασία εφαρμογής της είναι ασαφής ή χρονοβόρα.
Το κόστος δεν περιορίζεται στην αξία των διχτυών. Η επισκευή των εργαλείων απαιτεί πολλές ώρες, συχνά περισσότερες από τον ίδιο τον χρόνο της αλιείας.
Μια θάλασσα που αλλάζει
Οι ψαράδες δεν αποδίδουν όλα τα προβλήματα στην υπεραλίευση. Ο Δημήτρης Σκιαδάς τονίζει την ανάγκη για συνολική επιστημονική διερεύνηση των αλλαγών στη θάλασσα.
«Η υπερθέρμανση, οι αλλαγές στο περιβάλλον, η παρουσία νέων ειδών και η γενικότερη μεταβολή του θαλάσσιου οικοσυστήματος είναι παράγοντες που, όπως λέει, πρέπει να μελετηθούν.»
Η συζήτηση για την υπεραλίευση συνεχίζεται, καθώς διαφορετικές κατηγορίες αλιέων διαφωνούν, ειδικά ως προς τη δραστηριότητα των μεγαλύτερων σκαφών. Ο Δημήτρης Σκιαδάς επισημαίνει πως η ευθύνη δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε ένα είδος αλιευτικού εργαλείου.
«Να κοιτάξουμε τα προβλήματα ακριβώς που είναι», είναι το μήνυμα που μεταφέρει.
Από την Κάλυμνο, ο πρόεδρος του Σωματείου Μέσης Αλιείας Δωδεκανήσων, Κωνσταντίνος Μησαρούχος, αναδεικνύει το ζήτημα της αλιευτικής δραστηριότητας τουρκικών σκαφών στο Αιγαίο και ζητά αποτελεσματικότερη προστασία των ελληνικών χωρικών υδάτων.
Οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική αλιεία αντιμετωπίζει πολλαπλές κρίσεις ταυτόχρονα.
Όλο και λιγότεροι νέοι στη θάλασσα
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο αφορά την ηλικιακή σύνθεση των επαγγελματιών. Οι περισσότεροι ψαράδες είναι μεγαλύτερης ηλικίας. Ο Βαγγέλης Σκιαδάς υπολογίζει τον μέσο όρο ηλικίας στα 60-65 χρόνια, γεγονός που συνδέεται με το ζήτημα της συνταξιοδότησης μετά από δεκαετίες στη θάλασσα.
«Θα βγούμε ποτέ στη σύνταξη;» διερωτάται, αναφερόμενος στις δυσκολίες και την αβεβαιότητα του επαγγέλματος.
Η ανανέωση του επαγγέλματος συνδέεται άμεσα με τις οικονομικές συνθήκες. Το αυξημένο κόστος καυσίμων, συντήρησης και εργαλείων, σε συνδυασμό με τα μειωμένα αλιεύματα, καθιστούν το επάγγελμα λιγότερο ελκυστικό για τους νέους.
Για έναν νέο, η επιλογή της αλιείας δεν είναι εύκολη. Οι απαιτήσεις του επαγγέλματος, σε συνδυασμό με τις εναλλακτικές που προσφέρει ο τουρισμός, οδηγούν πολλούς να στραφούν σε άλλους κλάδους.
Από την αλιεία στον αλιευτικό τουρισμό
Μια απάντηση στις προκλήσεις αυτές είναι ο αλιευτικός τουρισμός. Στην Πάρο, αρκετά πρώην αλιευτικά σκάφη έχουν μετατραπεί για τουριστικές δραστηριότητες, προσφέροντας εμπειρίες ψαρέματος στους επισκέπτες.
Ο Δημήτρης Σκιαδάς θεωρεί ότι αυτή η εξέλιξη μπορεί να προσφέρει ευκαιρίες στους νέους να παραμείνουν κοντά στη θάλασσα, αξιοποιώντας τις δεξιότητές τους.
Υπάρχει ωστόσο το ερώτημα: αν οι επαγγελματίες στραφούν μαζικά στον τουρισμό, ποιος θα παραμείνει να ψαρεύει; Το ζήτημα είναι ήδη ορατό στην Πάρο.
Η Μαρίνα και ο Βαγγέλης
Η σημερινή πραγματικότητα της αλιείας αποτυπώνεται σε ένα μικρό καΐκι που βγαίνει στη θάλασσα πριν το χάραμα. Ο Βαγγέλης Σκιαδάς ρίχνει τα δίχτυα, ενώ η σύζυγός του Μαρίνα, φιλόλογος στο επάγγελμα, βρίσκεται στο τιμόνι. Το απόγευμα συμμετέχει στην αλιεία, έχοντας μάθει τη δουλειά τα τελευταία τριάμισι χρόνια επειδή, όπως λέει, την αγάπησε.
«Όταν αγαπάς κάτι το μαθαίνεις», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Στην ερώτηση αν απαιτείται μυϊκή δύναμη για να ανταποκριθεί μια γυναίκα στις απαιτήσεις της δουλειάς, απαντά: «Χρειάζεται ψυχή.»
Η Μαρίνα παρατηρεί τις αλλαγές στη θάλασσα, τη μείωση των ψαριών και των παραδοσιακών ψαράδων, αλλά εξακολουθεί να συνεχίζει το επάγγελμα.
Μια χώρα δεν ζει μόνο από τον τουρισμό
Η Πάρος αποτελεί πλέον έναν από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς στην Ελλάδα. Η τουριστική ανάπτυξη φέρνει εισόδημα και ευκαιρίες, αλλά αλλάζει και τη φυσιογνωμία του νησιού.
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η παραδοσιακή αλιεία αναζητά το δικό της ρόλο. Οι επαγγελματίες ζητούν πρακτικές λύσεις, επιστημονική μελέτη των αλλαγών στο οικοσύστημα, αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκαλούν οι καταστροφές στα εργαλεία, στήριξη και κυρίως πολιτικές που θα επιτρέψουν στους νέους να δουν ξανά την αλιεία ως βιώσιμο επάγγελμα.
Όπως σημειώνει ο Δημήτρης Σκιαδάς: «μια χώρα δεν ζει μόνο από τον τουρισμό. Ζει και από τον πρωτογενή τομέα».
Στην Πάρο, το ερώτημα που αναδύεται είναι αν η θάλασσα θα συνεχίσει να αποτελεί για την επόμενη γενιά όχι μόνο τουριστικό σκηνικό, αλλά και τόπο εργασίας και παραγωγής.
Το τηλεοπτικό αφιέρωμα αποτελεί το πρώτο μέρος μιας σειράς δημοσιογραφικών ερευνών του ΑΠΕ-ΜΠΕ στην Πάρο, που καταγράφουν τις προκλήσεις αλλά και τις αναπτυξιακές προοπτικές του νησιού, από τον πρωτογενή τομέα έως τον τουρισμό, τη διαχείριση των φυσικών πόρων και τις επιπτώσεις του υπερτουρισμού.