Την ανάγκη για ενίσχυση των μέτρων πρόληψης και προστασίας της δημόσιας υγείας υπογραμμίζει ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών (ΙΣΑ), εκφράζοντας την έντονη ανησυχία του για την αυξημένη κυκλοφορία του ιού του Δυτικού Νείλου στην Αττική.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του ΙΣΑ, η φετινή επιδημιολογική εικόνα προκαλεί ιδιαίτερο προβληματισμό, καθώς διαφέρει σημαντικά από τα προηγούμενα χρόνια. Συγκεκριμένα, το 2022 και το 2023 δεν είχαν καταγραφεί εγχώρια ανθρώπινα κρούσματα λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου στην Αττική, παρά το γεγονός ότι ο ιός κυκλοφορούσε σε άλλες περιοχές της χώρας.
Ο ΙΣΑ τονίζει ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση του ιού δεν μπορεί να ξεκινά μόνο όταν εμφανιστούν ανθρώπινα κρούσματα. Απαιτείται έγκαιρη έναρξη και συστηματική εφαρμογή ολοκληρωμένων προγραμμάτων διαχείρισης των κουνουπιών, με έμφαση στην προνυμφοκτονία, την εξάλειψη εστιών αναπαραγωγής, την εντομολογική επιτήρηση και στοχευμένες παρεμβάσεις βάσει των ευρημάτων των αρμόδιων φορέων.
Με αφορμή τη φετινή διασπορά του ιού στην Αττική, ο ΙΣΑ θέτει κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με τα αποτελέσματα της εντομολογικής και επιζωοτιολογικής επιτήρησης πριν την εμφάνιση ανθρώπινων κρουσμάτων, το πότε και σε ποιες περιοχές ανιχνεύθηκε ο ιός σε κουνούπια ή πτηνά, καθώς και την αντίδραση των αρμόδιων φορέων μετά τις πρώτες ενδείξεις διασποράς.
Επιπλέον, ζητούνται διευκρινίσεις για τις παρεμβάσεις καταπολέμησης των κουνουπιών στις περιοχές με θετικά ευρήματα και το χρονικό διάστημα μεταξύ εργαστηριακής επιβεβαίωσης και λήψης πρόσθετων μέτρων.
Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του ΙΣΑ Γιώργος Πατούλης, «η έγκαιρη αξιοποίηση των δεδομένων επιτήρησης και η άμεση επιχειρησιακή αντίδραση αποτελούν κρίσιμη παράμετρο για την προστασία της δημόσιας υγείας». Τονίζει επίσης πως «η πρόληψη αποτελεί το ισχυρότερο όπλο που διαθέτουμε και απαιτεί συνεχή εγρήγορση, επιστημονικό σχεδιασμό και συντονισμένη δράση».