Φώτο: Shutterstock

Από το κακό στο χειρότερο οι Έλληνες μαθητές στα διεθνή τεστ Pisa

Επιδεινώνονται οι επιδόσεις των μαθητών στα νέα τεστ Pisa ενώ ακόμη και η Τουρκία εμφανίζει καλύτερα αποτελέσματα. Μελέτη της διαΝΕΟσις αναδεινύει τα στοιχεία που συμβάλλουν στις διαχρονικές χαμηλές επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών και μαθητριών.

Μπορεί η Παιδεία να βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε κυβέρνησης στην Ελλάδα τα τελευταία 30 χρόνια με τους εκάστοτε υπουργούς να φέρνουν και νέες αλλαγές για την βελτίωση της εκπαίδευσης στη χώρα μας, όμως τα αποτελέσματα δείχνουν αποθαρρυντικά, καθώς οι Έλληνες μαθητές καταγράφουν ολοένα και χαμηλότερες επιδόσεις στα διεθνή τεστ PISA.

Στην έρευνα PISA που διεξάγεται κάθε τρία χρόνια, οι Έλληνες μαθητές και μαθήτριες σημείωσαν χαμηλότερες επιδόσεις από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ στην κατανόηση κειμένου, τα Μαθηματικά και τις Φυσικές επιστήμες. Συγκεκριμένα οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών και μαθητριών φέρνουν την χώρα μας τέταρτη από το τέλος σε σύνολο 37 χωρών.

Φώτο: διαΝΕΟσις

Ο ΟΟΣΑ δημοσίευσε τα πρώτα αποτελέσματα από την εξέταση του 2018, με τα θέματα να είναι σχεδιασμένα για να αξιολογούν την κριτική και την αναλυτική σκέψη των παιδιών, καθώς και την ικανότητά τους να επεξεργάζονται έννοιες και δεδομένα για να επιλύσουν προβλήματα με επιστημονικό τρόπο. Είναι μια έρευνα που δεν σχετίζεται με συγκεκριμένη διδακτική ύλη, αλλά που καλείται να εξετάσει το αν και κατά πόσο οι 15χρονοι είναι κατάλληλα καταρτισμένοι για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της εποχής μας.

Οι Έλληνες μαθητές και μαθήτριες δεν κατέγραψαν καμία βελτίωση σε σχέση με τις κακές επιδόσεις του 2015 χωρίς να διαφοροποιούνται από τις κακές επιδόσεις της τελευταίας εικοσαετίας, καθώς πήραν «κάτω από τη βάση» και στα τρία γνωστικά αντικείμενα. Χαρακτηριστικά κατετάγησαν στην 42η θέση στην κατανόηση κειμένου με μέσο όρο 457 μονάδες, 45οι στα μαθηματικά με 451 μονάδες και 45οι στις φυσικές επιστήμες με 452 μονάδες, με τους Έλληνες μαθητές και μαθήτριες να βρίσκονται πιο χαμηλά από τον μέσο όρο των μαθητών των χωρών του ΟΟΣΑ.

Η διαΝΕΟσις πραγματοποίησε έρευνα για τα αποτελέσματα του Προγράμματος PISA, μελετώντας τα αποτελέσματα των Ελλήνων μαθητών σε σύγκριση με τους μαθητές από κάποιες χώρες που έχουν κάποια χρήσιμα χαρακτηριστικά: τη Γαλλία, το εκπαιδευτικό σύστημα της οποίας παρουσιάζει ομοιότητες με το δικό μας, την Πορτογαλία, που είναι μια χώρα και μια οικονομία αντίστοιχου μεγέθους με τη δική μας και τη μικρή Εσθονία, που είναι η χώρα της Ε.Ε. που πετυχαίνει τις καλύτερες επιδόσεις από όλες. Όπως αναφέρει η έρευνα, οι μαθητές της χώρας μας υστερούν έναντι των μαθητών αυτών των χωρών και στην έρευνα του 2018, και στα τρία γνωστικά αντικείμενα.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του 2018, η Ελλάδα βρίσκεται στην 24η θέση ανάμεσα στις χώρες της Ε.Ε., ξεπερνώντας μόνο τη Μάλτα, τη Ρουμανία, την Κύπρο και τη Βουλγαρία. Είναι αξιοσημείωτο ότι, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε σε προηγούμενες έρευνες, στην έρευνα του 2018 οι μαθητές από την Τουρκία πέτυχαν καλύτερες επιδόσεις από τους δικούς μας και στα τρία γνωστικά αντικείμενα. Η Τουρκία είναι μία από τις χώρες που έχει εμφανίσει σημαντική βελτίωση τα τελευταία χρόνια, μεταξύ άλλων επειδή αύξησε θεαματικά το ποσοστό των 15χρονων παιδιών της που πηγαίνουν στο σχολείο, από 36% το 2003 σε 73% το 2018.

Όπως και τις προηγούμενες χρονιές, τις πρώτες θέσεις στις επιδόσεις του PISA τις καταλαμβάνουν οι μαθητές από την Κίνα που χωρίστηκαν σε τέσσερις διαφορετικές γεωγραφικές ομάδες όπου οι τέσσερις κατατάσσονται στο top-5, τη Σιγκαπούρη, την Ιαπωνία, την Κορέα, τον Καναδά, τις ΗΠΑ και τις χώρες της Ωκεανίας και της βόρειας Ευρώπης.

Στην Ευρώπη, τις καλύτερες επιδόσεις έχει η Εσθονία, και την ακολουθούν η Φινλανδία και η Ιρλανδία. Η έρευνα σημειώνει πως όπως και το 2015, και λαμβάνοντας υπ' όψιν την εκτίμηση των ερευνητών ότι η φοίτηση στο σχολείο για ένα σχολικό έτος βελτιώνει τις επιδόσεις ενός μαθητή κατά περίπου 38 μονάδες, παρατηρεί κανείς πως ο μέσος 15χρονος Έλληνας μαθητής έχει περίπου τις γνώσεις και τις ικανότητες του μέσου 12χρονου μαθητή από τη Σιγκαπούρη ή το Πεκίνο.

Όπως αναφέρει η έρευνα της διαΝΕΟσις και φαίνεται και από τα στοιχεία του 2015, το πρόβλημα με τις επιδόσεις των Ελλήνων δεν έχει να κάνει μόνο με τον μέσο όρο. Το ποσοστό των Ελλήνων μαθητών που πετυχαίνουν πολύ υψηλές επιδόσεις είναι εξαιρετικά χαμηλό (σε σχέση με ό,τι συμβαίνει στις περισσότερες άλλες χώρες), ενώ το ποσοστό των μαθητών που δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν ούτε στα βασικά είναι εξαιρετικά υψηλό. Το 2018 μόλις το 6,2% των Ελλήνων μαθητών πέτυχε πολύ υψηλές επιδόσεις σε έστω και ένα γνωστικό αντικείμενο αντικείμενο (από 6,8% το 2015).

Στις χώρες του ΟΟΣΑ το αντίστοιχο ποσοστό των μαθητών πολύ υψηλών επιδόσεων είναι 15,7%, στη Σιγκαπούρη 43,3%, στην Εσθονία 22,5%, στη Γαλλία 15,9% και στην Πορτογαλία 15,2%. Αντίστροφα, όπως και στην προηγούμενη έρευνα, και το 2018 το 20% των Ελλήνων μαθητών δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν ούτε στα βασικότερα προβλήματα και στα τρία γνωστικά αντικείμενα -ποσοστό μεγαλύτερο από αυτό της Τουρκίας, της Σλοβακίας και της Λευκορωσίας, μεταξύ άλλων.

Πίσω από αυτά, τα πρώτα αποτελέσματα που δημοσιεύτηκαν από τον ΟΟΣΑ, βρίσκεται ένας πλούτος δεδομένων που δεν αποτυπώνει μόνο τις επιδόσεις και τις ικανότητες των μαθητών, αλλά και πολύτιμα στοιχεία για το πώς ζουν, τι προσλαμβάνουσες έχουν από το σπίτι και από το σχολικό τους περιβάλλον, καθώς και για τις συνθήκες και τις υποδομές των σχολείων, με την πρόσφατη έρευνα της διαΝΕΟσις να αναλύει αυτά τα δεδόμενα, ενώ προγραμματίζεται ακόμη μια νέα έρευνα στα μέσα του 2020.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ