Περίπου 2.500 επιχειρήσεις εντοπίστηκαν να μην έχουν εκπληρώσει τις φορολογικές τους υποχρεώσεις, σύμφωνα με ανακοίνωση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026. Οι διαπιστώσεις προέκυψαν από 8.000 επιτόπιους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν σε όλη την ελληνική επικράτεια, με τις παραβάσεις να ξεπερνούν τις 50.000.
Η αποκρυβείσα αξία συναλλαγών ανήλθε σε πάνω από 5,6 εκατ. ευρώ, ενώ το ποσοστό παραβατικότητας διαμορφώθηκε στο 33%. Η ΑΑΔΕ συνεχίζει την έρευνα προκειμένου να αποτυπωθεί πλήρως η φορολογική εικόνα των επιχειρήσεων που εντοπίστηκαν να παραβατούν.
Όπως αναφέρει η ΑΑΔΕ, οι έλεγχοι επικεντρώθηκαν σε κλάδους με αυξημένες ενδείξεις φοροδιαφυγής και σε περιοχές με έντονη εμπορική δραστηριότητα ή δημοφιλείς εκδηλώσεις. Οι κυριότερες παραβάσεις αφορούσαν:
• μη έκδοση αποδείξεων,
• μη διαβίβαση στοιχείων στην ΑΑΔΕ,
• μη διασύνδεση POS με τις φορολογικές ταμειακές μηχανές.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη διασύνδεση POS με ταμειακές μηχανές. Από τους σχετικούς ελέγχους εντοπίστηκαν 55 επιχειρήσεις στις οποίες επιβλήθηκαν πρόστιμα συνολικού ύψους 680.000 ευρώ, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία των άμεσων και στοχευμένων παρεμβάσεων.
Ψηφιακά εργαλεία και στοχευμένες διασταυρώσεις
Οι έλεγχοι σχεδιάστηκαν με αξιοποίηση σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων, όπως η εφαρμογή Καταγγελίες Πολιτών, το Appodixi, τα δεδομένα των βάσεων της ΑΑΔΕ, το myDATA και το Ψηφιακό Πελατολόγιο. Μέσα από ανάλυση κινδύνου και στοχευμένες διασταυρώσεις, ενισχύθηκε η αποτελεσματικότητα των ελέγχων.
Παράλληλα, αξιοποιήθηκαν στοιχεία προηγούμενης φορολογικής συμπεριφοράς των επιχειρήσεων, ώστε να αποτυπωθεί η συνέπειά τους. Σε περιπτώσεις σοβαρών ή επαναλαμβανόμενων παραβάσεων, επιβλήθηκαν χρηματικές κυρώσεις και μέτρα αναστολής λειτουργίας, σύμφωνα με τη νομοθεσία.
Συνολικά, επιβλήθηκαν πρόστιμα σε 11 επιχειρήσεις, ενώ 93 επιχειρήσεις ανέστειλαν προσωρινά τη λειτουργία τους για δύο ή περισσότερες ημέρες, λόγω υποτροπής ή εκτεταμένης μη έκδοσης φορολογικών στοιχείων.
Όπως επισημαίνει η ΑΑΔΕ, οι έλεγχοι συνεχίζονται με εντατικούς ρυθμούς και χρήση ψηφιακών εργαλείων σε πραγματικό χρόνο, με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας και της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς.