Από την Εκπαίδευση στην Παραγωγή και τη σύζευξη δεξιοτήτων με τις ανάγκες της οικονομίας εστίασε η συζήτηση «The Future of Skills: Bridging the Gap Between Education and the Modern Economy», που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών (22-25 Απριλίου 2026). Τη συζήτηση συντόνισε η κυρία Μαρίλη Μέξη, Senior Policy Advisor & Research Lead στο Geneva Graduate Institute και Visiting Fellow του Cornell University Global Labor Institute.
Η Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, κυρία Σοφία Ζαχαράκη, τόνισε ότι η συζήτηση για τις δεξιότητες πρέπει να ξεκινήσει με ειλικρίνεια, καθώς το εκπαιδευτικό σύστημα κινείται με αργούς ρυθμούς σε σχέση με τις τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις. Όπως σημείωσε, «λειτουργούμε με υποδομές που μας θυμίζουν τα σχολεία που πήγαμε και εμείς ή και οι γονείς μας, ακόμα και οι παππούδες μας».
Η Υπουργός αναφέρθηκε στα νέα προγράμματα σπουδών και στην επικείμενη αλλαγή των σχολικών βιβλίων από το 2027, επισημαίνοντας ότι ήδη έχουν ανανεωθεί τα βιβλία πληροφορικής στο Γυμνάσιο. Παράλληλα, προχωρά η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών όχι μόνο στα νέα προγράμματα αλλά και στην τεχνητή νοημοσύνη, ενώ εκσυγχρονίζεται ο εξοπλισμός με διαδραστικούς πίνακες και σετ ρομποτικής για τη γενική και ειδική εκπαίδευση.
Η κυρία Ζαχαράκη υπογράμμισε την ανάγκη ισότητας στην πρόσβαση στη γνώση, σημειώνοντας ότι η τεχνολογική μετάβαση αφορά και τα παιδιά σε ειδικά ή δυσπρόσιτα σχολεία. Τόνισε ότι η ψηφιοποίηση και η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να συνδυάζονται με δεξιότητες όπως η κριτική σκέψη, η ανθεκτικότητα, η δημιουργικότητα και η συνεργασία. «Θέλουμε να κάνουμε πιο δυνατά παιδιά, ευπροσάρμοστα και ανθεκτικά», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενη στη στρατηγική για την κατάρτιση και τη δια βίου μάθηση 2025-2027, σημείωσε τη λειτουργία περιφερειακών και κεντρικών συμβουλίων επαγγελματικής εκπαίδευσης, ώστε οι νέες ειδικότητες να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και επιχειρήσεων. Επισήμανε επίσης την αύξηση των εγγραφών στα Επαγγελματικά Λύκεια κατά 15% και τη σημαντική ενίσχυση των πόρων για τη μαθητεία, από 85 εκατ. ευρώ σε περίπου 150 εκατ. ευρώ.
Το χάσμα ταχύτητας ανάμεσα στην εκπαίδευση και την παραγωγή
Ο κ. Γιώργος Μάργωνης, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Παπαστράτος, αναφέρθηκε στην αναντιστοιχία ρυθμού μεταξύ εκπαίδευσης και παραγωγής. Όπως είπε, «οι αλλαγές στις ανάγκες της εργασίας συντελούνται μέσα σε μήνες, ενώ τα προγράμματα σπουδών χρειάζονται χρόνια για να προσαρμοστούν». Επεσήμανε ότι η επιχειρηματική κοινότητα δεν μπορεί να παραμένει παθητικός αποδέκτης ταλέντων, αλλά πρέπει να αναλάβει ενεργό ρόλο στην προετοιμασία των εργαζομένων.
Παρουσιάζοντας έρευνα της MARC για λογαριασμό της Παπαστράτος, ανέφερε ότι το 90% των ερωτηθέντων θεωρεί πως η τεχνητή νοημοσύνη θα επηρεάσει την εργασία, ενώ σχεδόν οι μισοί πιστεύουν ότι οι Έλληνες δεν είναι έτοιμοι να προσαρμοστούν. Παράλληλα, 85% δηλώνει πρόθυμο να εκπαιδευτεί σε νέες τεχνολογίες και 70% χρησιμοποιεί ή σκοπεύει να χρησιμοποιήσει εργαλεία AI. «Αυτό με κάνει αισιόδοξο», σημείωσε, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για εταιρική δράση στον συντονισμό και την επιμόρφωση του ανθρώπινου δυναμικού.
Ο κ. Μάργωνης έδωσε έμφαση στις δεξιότητες κριτικής σκέψης και λήψης αποφάσεων, επισημαίνοντας ότι το AI μπορεί να λειτουργεί ως αναλυτής, «αλλά δεν είναι αυτός που παίρνει την απόφαση». Αναφέρθηκε στην προσέγγιση της Παπαστράτος για έναν οργανισμό «AI ready», με επίκεντρο την εκπαίδευση και την ενδυνάμωση των ανθρώπων απέναντι στα νέα εργαλεία.
Η συμβολή της έρευνας και των πανεπιστημίων
Ο Πρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, κ. Ιωάννης Χατζηγεωργίου, υπογράμμισε τη σημασία της έρευνας και της καινοτομίας για την ανάπτυξη των ιδρυμάτων και της χώρας. Το ΕΜΠ, όπως ανέφερε, διαθέτει ετήσιο προϋπολογισμό έρευνας 120 εκατ. ευρώ, ενώ συνολικά οι χρηματοδοτήσεις φτάνουν τα 650 εκατ. ευρώ στην τετραετία. «Μέσω της έρευνας δημιουργούνται καινοτόμες ιδέες που μπορούν να παράξουν προϊόντα για την αγορά», σημείωσε.
Παράλληλα, τόνισε την ευθύνη των πανεπιστημίων να εξοπλίσουν τους νέους επιστήμονες με τις απαραίτητες δεξιότητες, μέσω ανανέωσης των προγραμμάτων σπουδών και αξιοποίησης νέων τεχνολογιών. «Είμαστε ώριμοι να συνεργαστούμε με τις βιομηχανίες», ανέφερε, σημειώνοντας ωστόσο τον δισταγμό αρκετών εταιρειών να συμμετάσχουν ενεργά.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο δεξιοτήτων
Ο κ. Κωνσταντίνος Πουλιάκας, Expert, Skills and Workplaces, Department for VET and Skills του CEDEFOP, ανέδειξε τη σημασία των δεδομένων για την κατανόηση των αναγκών σε δεξιότητες στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας. Όπως εξήγησε, η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί ισχυρό mega trend, αλλά δεν είναι το μόνο. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και το δημογραφικό, η γήρανση του πληθυσμού, τα νέα μοντέλα απασχόλησης και η οικονομία της πλατφόρμας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, 40% των Ευρωπαίων εργαζομένων χρειάστηκε να μάθει νέες ψηφιακές τεχνολογίες το τελευταίο έτος, ενώ τρεις στους δέκα χρησιμοποιούν ήδη εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης. Για την Ελλάδα, παρατήρησε ότι υπάρχει «τεράστιο χάσμα» ανάμεσα στην προσωπική και την επαγγελματική χρήση εργαλείων AI, με μόλις 20% των εργαζομένων να τα αξιοποιεί στον χώρο εργασίας.
Οι δεξιότητες που ζητούν περισσότερο οι εργοδότες στην Ευρώπη εντάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες: ψηφιακές, κοινωνικές, διοίκησης και ηγεσίας, καθώς και αυτοδιαχείρισης. Όπως σημείωσε, η τελευταία αφορά «την ικανότητα του ανθρώπου να μαθαίνει διαρκώς και να εξελίσσεται».
Κοινό συμπέρασμα της συζήτησης ήταν ότι το μέλλον των δεξιοτήτων απαιτεί συνεργασία εκπαίδευσης και παραγωγής, επένδυση στην πρακτική εμπειρία και νέα ισορροπία ανάμεσα στις τεχνολογικές και τις ανθρώπινες δεξιότητες.