Θετικές παραμένουν οι προοπτικές των ελληνικών τραπεζών, καθώς τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη λειτουργούν ως αντίβαρο στην αυξημένη αβεβαιότητα και στους εξωγενείς κινδύνους, σύμφωνα με την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που δημοσιοποίησε σήμερα η Τράπεζα της Ελλάδος.
Όπως επισημαίνεται στην Έκθεση, η παράταση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή για μεγάλο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στην Ελλάδα. Παράλληλα, ενδέχεται να επιβαρύνει την ποιότητα του χαρτοφυλακίου των τραπεζών και να δυσκολέψει την επίτευξη των στόχων τους για πιστωτική επέκταση.
Για τον λόγο αυτό, η Έκθεση υπογραμμίζει ότι αποτελεί προτεραιότητα η περαιτέρω θωράκιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ενώ απαιτείται διαρκής εγρήγορση από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.
Ισχυρή κερδοφορία και βελτίωση χαρτοφυλακίου
Αναφορικά με τις εξελίξεις της προηγούμενης χρονιάς, η Έκθεση σημειώνει ότι οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι κατέγραψαν κέρδη μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες ύψους 4,7 δισ. ευρώ, έναντι 4,2 δισ. ευρώ το 2024. Στην αύξηση αυτή συνέβαλαν τα υψηλότερα έσοδα από μη τοκοφόρες εργασίες και η μείωση των προβλέψεων για πιστωτικό κίνδυνο.
Αντίθετα, αρνητικά επηρέασαν τα αποτελέσματα η πτώση των εσόδων από χρηματοοικονομικές πράξεις και η άνοδος των λειτουργικών δαπανών, κυρίως λόγω αυξημένων διοικητικών εξόδων.
Ικανοποιητική κεφαλαιακή επάρκεια
Η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παρέμεινε σε ικανοποιητικό επίπεδο. Ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1 ratio) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε σε 15,3% τον Δεκέμβριο του 2025, από 16% τον Δεκέμβριο του 2024, ενώ ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (TCR) υποχώρησε οριακά σε 19,7%, από 19,8% το προηγούμενο έτος.
Μείωση μη εξυπηρετούμενων δανείων
Η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων παρουσίασε περαιτέρω βελτίωση. Τον Δεκέμβριο του 2025, ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) προς το σύνολο των δανείων διαμορφώθηκε σε 3,3%, έναντι 3,8% τον Δεκέμβριο του 2024.
Το ποσοστό αυτό αποτελεί το χαμηλότερο επίπεδο από την ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ και έχει συγκλίνει σημαντικά με τον μέσο όρο των σημαντικών τραπεζών της Τραπεζικής Ένωσης.