Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας αξιολογεί τις πρόσφατες κυβερνητικές ανακοινώσεις στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης ως ένα πακέτο με επιμέρους θετικές παρεμβάσεις, επισημαίνοντας ωστόσο ότι δεν ανταποκρίνονται πλήρως στις πραγματικές ανάγκες της μικρής και πολύ μικρής επιχειρηματικότητας.
Σύμφωνα με το ΒΕΑ, αρκετές από τις εξαγγελίες κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση και δίνουν απαντήσεις σε πάγια αιτήματα του επιχειρηματικού κόσμου. Ωστόσο, υπογραμμίζεται ότι από το συνολικό πακέτο των 2,2 δισ. ευρώ, οι άμεσες παρεμβάσεις για τη μείωση λειτουργικού, φορολογικού και μη μισθολογικού κόστους των μικρών επιχειρήσεων παραμένουν περιορισμένες.
Το Επιμελητήριο σημειώνει πως οι βιοτεχνικές και μικρές επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν υψηλό ενεργειακό κόστος, φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, δυσκολία πρόσβασης στη χρηματοδότηση, συσσωρευμένες οφειλές και έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού.
Θετικά αποτιμάται η αποδυνάμωση του τεκμαρτού εισοδήματος για τους ελεύθερους επαγγελματίες, καθώς καταργούνται οι δύο προσαυξήσεις που σχετίζονται με το ετήσιο κόστος μισθοδοσίας και τη διαφορά του τζίρου από τον μέσο τζίρο του ΚΑΔ. Το ΒΕΑ, ωστόσο, επαναλαμβάνει τη θέση του υπέρ της πλήρους κατάργησης του τεκμαρτού και της φορολόγησης με βάση το πραγματικό εισόδημα.
Επιπλέον, θετική χαρακτηρίζεται η έναρξη της πλήρους κατάργησης του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα, με το ΒΕΑ να εκφράζει προβληματισμό για τη διαφορετική ταχύτητα εφαρμογής ανά γεωγραφική περιοχή. Η κατάργηση προβλέπεται από το 2027 για την Περιφέρεια και τη Θεσσαλονίκη, ενώ στην Αττική η μείωση κατά 50% μετατίθεται για το 2028 και η πλήρης κατάργηση για το 2029.
Σχετικά με την προκαταβολή φόρου, το ΒΕΑ θεωρεί θετική τη μείωση για τα νομικά πρόσωπα από το 80% στο 50%, τονίζοντας πως η αποκλιμάκωση θα ξεκινήσει από το φορολογικό έτος 2028 και θα εξελίσσεται σταδιακά. Παράλληλα, χαρακτηρίζει περιορισμένο το βήμα μείωσης της προκαταβολής φόρου των ατομικών επιχειρήσεων από το 55% στο 50%.
Το Επιμελητήριο χαιρετίζει την επιτάχυνση των αποσβέσεων για νέο μηχανολογικό εξοπλισμό, από τα δέκα στα έξι χρόνια για δαπάνες που θα πραγματοποιηθούν από την 1η Ιανουαρίου 2027, επισημαίνοντας όμως ότι η αποτελεσματικότητα του μέτρου εξαρτάται από την πρόσβαση των μικρών επιχειρήσεων σε κεφάλαια και χρηματοδότηση.
Σημαντική κρίνεται και η ανακοίνωση δύο νέων χρηματοδοτικών εργαλείων μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, με στόχο την κινητοποίηση 5 δισ. ευρώ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Το ΒΕΑ τονίζει ότι το ζητούμενο είναι τα κεφάλαια να φτάσουν στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και στους αυτοαπασχολούμενους που παραμένουν εκτός τραπεζικού δανεισμού.
Ανησυχία προκαλεί η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα από τον Απρίλιο του 2027, καθώς αφορά μόνο την εισφορά του εργαζομένου και δεν μειώνει το μη μισθολογικό κόστος των επιχειρήσεων. Παράλληλα, ο κατώτατος μισθός προβλέπεται να αυξηθεί σε δύο στάδια, τον Απρίλιο του 2027 και τον Ιανουάριο του 2028, φτάνοντας τα 1.000 ευρώ.
Το ΒΕΑ υπογραμμίζει ότι παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα, όπως το ενεργειακό κόστος παραγωγής, η ουσιαστική μείωση του μη μισθολογικού κόστους, οι συσσωρευμένες οφειλές και η έλλειψη τεχνικού και εξειδικευμένου προσωπικού.
Ο πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας, Κωνσταντίνος Δαμίγος, δήλωσε:
«Οι ανακοινώσεις περιλαμβάνουν θετικές παρεμβάσεις και αρκετές απαντούν σε πάγια αιτήματα της επιχειρηματικής κοινότητας. Όμως οι μικρές επιχειρήσεις χρειάζονται ανάσα σήμερα και δεν μπορούν να περιμένουν μέχρι το 2028 ή το 2029.
Ιδιαίτερα στο μη μισθολογικό κόστος, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών αφορά αποκλειστικά τους εργαζομένους. Είναι θετική για το εισόδημά τους, αλλά η ελάφρυνση για την επιχείρηση είναι μηδενική, ενώ έρχονται νέες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό.
Η πραγματική οικονομία δεν λειτουργεί με εξαγγελίες του 2029. Λειτουργεί με μισθοδοσίες, φόρους, εισφορές και λογαριασμούς που πρέπει να πληρωθούν σήμερα. Οι μικρές επιχειρήσεις χρειάζονται ουσιαστική μείωση του κόστους τώρα».