Τη δυνατότητα να φτάσει η Ελλάδα σε πιστοληπτική αξιολόγηση «Α» πριν από το 2030 ανέδειξε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, επισημαίνοντας ότι για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος απαιτούνται συνεχείς βελτιώσεις στην ποιότητα των θεσμών.
Μιλώντας στην ετήσια συνάντηση του οίκου αξιολόγησης Scope στην Αθήνα, ανέφερε ότι, σύμφωνα με αναλύσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η αγορά ομολόγων τιμολογεί πλέον τη χώρα πιο κοντά σε κράτη με διαβάθμιση «Α» παρά σε εκείνα με διαβάθμιση «ΒΒΒ». Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η ένδειξη αυτή δεν προεξοφλεί τις μελλοντικές αποφάσεις των οίκων αξιολόγησης.
Ο κ. Στουρνάρας συνέδεσε την αλλαγή στην αντίληψη των επενδυτών με τη δημοσιονομική εξυγίανση, την υποχώρηση του δημόσιου χρέους, την ανάταξη των τραπεζών και τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Υπενθύμισε ότι, από τις 4 Αυγούστου 2023, όταν η Scope απέδωσε στην Ελλάδα αξιολόγηση εντός της επενδυτικής κατηγορίας, το περιθώριο απόδοσης των ελληνικών κρατικών ομολόγων έναντι των γερμανικών έχει μειωθεί κατά περίπου 60 μονάδες βάσης.
Παρά τις εξωτερικές διαταραχές, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται ταχύτερα από την ευρωζώνη. Το δεύτερο τρίμηνο του 2026 το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση, έναντι 1,2% στην ευρωζώνη, όπως ανέφερε ο διοικητής.
Για το επόμενο βήμα στην πιστοληπτική αξιολόγηση, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη δημόσια διοίκηση και τη δικαιοσύνη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, ο μέσος χρόνος έκδοσης πρωτόδικης απόφασης μειώθηκε σε περίπου 357 ημέρες, από 774 ημέρες πριν από τη μεταρρύθμιση του δικαστικού χάρτη. Ταχύτερες και πιο προβλέψιμες δικαστικές διαδικασίες, σημείωσε, ενισχύουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Ο κ. Στουρνάρας στάθηκε και στην αυξανόμενη σημασία των πιστοληπτικών αξιολογήσεων για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Όπως ανέφερε, όλο και περισσότερες επιδιώκουν θετική αξιολόγηση ώστε να αποκτήσουν ευκολότερη πρόσβαση στις αγορές και να διευρύνουν τις πηγές χρηματοδότησής τους.
Ο διοικητής εκτίμησε, τέλος, ότι η δυναμική του ελληνικού χρέους θα παραμείνει ευνοϊκή τα επόμενα χρόνια, καθώς η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι το έμμεσο επιτόκιό του θα συνεχίσει να υπολείπεται του ρυθμού αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ.