Παρά την εκτόξευση των χονδρικών τιμών του ρεύματος σε ολόκληρη την Ευρώπη, λόγω του ξέφρενου ράλι του φυσικού αερίου, η τιμή του οποίου κινείται πλέον στα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, αλλά και τις σοβαρές πιέσεις που δέχονται οι τιμές των καυσίμων λόγω των ανατιμήσεων στο Brent, η Κομισιόν δεν παρουσίασε, όπως άλλωστε αναμενόταν, πακέτο άμεσων μέτρων στήριξης στη χθεσινή Σύνοδο των υπουργών Ενέργειας στο Λουξεμβούργο, παρά τις έντονες ανησυχίες, που εκφράστηκαν από το σύνολο σχεδόν των χωρών.
Ο Επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε αναγνώρισε ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν ιδιαίτερα δύσκολο χειμώνα εξαιτίας της κρίσης στη Μέση Ανατολή, υπογραμμίζοντας ότι, παρά την απουσία άμεσου κινδύνου για την επάρκεια εφοδιασμού, το πρόβλημα των υψηλών τιμών παραμένει εξαιρετικά σοβαρό.
«Εάν δεν μπορείς να πληρώσεις τον λογαριασμό φυσικού αερίου, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία πόσο αέριο υπάρχει διαθέσιμο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παρά την παραπάνω παραδοχή, ωστόσο, ανακοινώσεις άμεσα εφαρμόσιμων μέτρων δεν έγιναν, ούτε δόθηκε η δημοσιονομική ευελιξία που ζητούν κράτη-μέλη, όπως η Ελλάδα, για τη χρηματοδότηση παρεμβάσεων στήριξης.
Αντίθετα, ο Επίτροπος Ενέργειας επανέλαβε τις συστάσεις για περαιτέρω εξηλεκτρισμό, χωρίς να κάνει αναφορά σε μεγαλύτερη ευελιξία ως προς τη χρήση των δημοσιονομικών περιθωρίων μέσω της ρήτρας διαφυγής.
Παραμένουν οι κλιματικοί στόχοι, τι προανήγγειλε ο Γιόργκενσεν
«Στόχος μας είναι η απλούστευση. Πολλοί από εσάς αναφερθήκατε στην ανάγκη για απλούστευση και μεγαλύτερη ευελιξία, και αυτός είναι ασφαλώς και ο δικός μας στόχος», ανέφερε χαρακτηριστικά στους 27 αμέσως μετά την ολοκλήρωση των τοποθετήσεών τους.
Έσπευσε, ωστόσο, να ξεκαθαρίσει ότι η μεγαλύτερη ευελιξία δεν μπορεί να συνεπάγεται υποχώρηση από τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες για το κλίμα. Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε ότι ο στόχος μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 90%, όπως προβλέπεται στο ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο για το κλίμα, παραμένει δεδομένος.
Εν συνεχεία, κατά τη συνέντευξη Τύπου, ο ίδιος επιβεβαίωσε τη δέσμευση των κρατών-μελών της ΕΕ να επιταχύνουν την αποδέσμευση 42,6 εκατ. βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα, με ορίζοντα την 15η Ιανουαρίου και περίπου τη μισή ποσότητα να αφορά ντίζελ.
Παράλληλα, όπως είπε, η Κομισιόν βρίσκεται σε διάλογο με τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια για την περαιτέρω αύξηση της παραγωγής, χωρίς ωστόσο να εμφανίζεται αισιόδοξος για άμεση αποκλιμάκωση των τιμών.
Ερωτηθείς, μάλιστα, για τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που συζητά η Κομισιόν ενόψει του χειμώνα, ο Γιόργκενσεν επανέλαβε την ανάγκη στροφής στις αντλίες θερμότητας, στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και στις ενεργειακές ανακαινίσεις κατοικιών, παρεμβάσεις που συνδέονται περισσότερο με τη σταδιακή μείωση της ενεργειακής εξάρτησης παρά με την άμεση ανακούφιση από τις σημερινές ανατιμήσεις.
Ο ίδιος επέμεινε ότι η αντιμετώπιση της ακρίβειας πρέπει να συνδυαστεί με την επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού, υποστηρίζοντας ότι σε ορισμένα κράτη-μέλη η φορολογία του ηλεκτρικού ρεύματος είναι τετραπλάσια εκείνης του φυσικού αερίου, γεγονός που χαρακτήρισε αντίθετο προς τους στόχους της ενεργειακής μετάβασης.
Στο πλαίσιο αυτό, τάχθηκε υπέρ της μείωσης των φόρων στην ηλεκτρική ενέργεια, ως παρέμβασης που μπορεί να περιορίσει το κόστος για τους καταναλωτές και ταυτόχρονα να ενισχύσει τη στροφή από τα ορυκτά καύσιμα.
Σε ό,τι αφορά τις επιδοτήσεις σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ξεκαθάρισε ότι οι κυβερνήσεις μπορούν να προχωρήσουν σε τέτοιες παρεμβάσεις, εφόσον τις κρίνουν αναγκαίες. Δεν προανήγγειλε, ωστόσο, κάποια πρωτοβουλία για διεύρυνση των δημοσιονομικών περιθωρίων των κρατών-μελών, αφήνοντας ουσιαστικά τη χρηματοδότηση των μέτρων στις εθνικές δυνατότητες.
Στο ενδεχόμενο επανεξέτασης της απαγόρευσης εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου εμφανίστηκε κατηγορηματικός, ξεκαθαρίζοντας ότι η επιστροφή στην ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία θα επανέφερε την Ευρώπη σε κατάσταση στρατηγικής ευαλωτότητας.
Σχετικά με τη μεταρρύθμιση των χρεώσεων στα δίκτυα, ο Ιρλανδός υπουργός Κλίματος, Ενέργειας και Περιβάλλοντος Ντάρα Ο' Μπράιεν αποκάλυψε πως η ιρλανδική προεδρία επιδιώκει την επίτευξη γενικής προσέγγισης στο Συμβούλιο Ενέργειας του Δεκεμβρίου, παρά τις διαφορετικές θέσεις των κρατών-μελών σχετικά με τον βαθμό εναρμόνισης των τιμολογίων και τις προτεινόμενες αλλαγές.
Όσον αφορά την πρόταση της Κομισιόν για τους ενεργειακούς στόχους μετά το 2030, αυτή αναμένεται το πρώτο τρίμηνο του 2027, με έμφαση στις επενδύσεις, τη σταθερότητα του ρυθμιστικού πλαισίου και την ενεργειακή μετάβαση.
Το «καμπανάκι» Παπασταύρου
Θυμίζουμε πως ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, κατά τη χθεσινή του τοποθέτηση στη Σύνοδο των Υπουργών Ενέργειας, στάθηκε ιδιαίτερα στην ανάγκη άμεσης και συντονισμένης δράσης για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης.
Ο κ. Παπασταύρου έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τις επιπτώσεις της παρατεταμένης κρίσης στην καθημερινότητα των Ευρωπαίων πολιτών και στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών, ζητώντας συγκεκριμένες αποφάσεις και μεγαλύτερη ευελιξία για τη χρηματοδότηση μέτρων στήριξης.
Στο πλαίσιο αυτό, επανέφερε το ελληνικό αίτημα για μεγαλύτερη ευελιξία στην εφαρμογή της ρήτρας διαφυγής, ώστε η χώρα μας να έχει τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει παρεμβάσεις για την προστασία των καταναλωτών και των επιχειρήσεων από το αυξημένο ενεργειακό κόστος.
Και μάλιστα για τον σκοπό αυτό πρότεινε κοινή συνάντηση των υπουργών Ενέργειας και Οικονομικών της ΕΕ, προκειμένου να εξεταστούν από κοινού οι ενεργειακές και δημοσιονομικές διαστάσεις της κρίσης, πρόταση που έτυχε θετικής υποδοχής από ομολόγους του.
Στην ίδια κατεύθυνση ως προς την ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης των υψηλών τιμών, αλλά με διαφορετική προσέγγιση, κινήθηκε η Πολωνία, η οποία ζήτησε να εξεταστεί ο ρόλος του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών (ETS) και του μηχανισμού διαμόρφωσης των χονδρεμπορικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας.
Παράλληλα, έθεσε το ενδεχόμενο ευρωπαϊκής συγχρηματοδότησης μέτρων περιορισμού του ενεργειακού κόστους, επικαλούμενη τα στενά δημοσιονομικά περιθώρια των κρατών.
Από την πλευρά της, η Φινλανδία εξέφρασε επιφυλάξεις απέναντι στην περαιτέρω εναρμόνιση των ευρωπαϊκών ενεργειακών πολιτικών, υποστηρίζοντας τη διατήρηση εθνικών αρμοδιοτήτων, ιδιαίτερα στη φορολογία.
Πάντως, το στίγμα της ελληνικής θέσης έχει δοθεί εδώ και καιρό από τον πρωθυπουργό, ο οποίος σε κάθε δημόσια τοποθέτησή του βάζει στο τραπέζι το ζήτημα της μεγαλύτερης δημοσιονομικής ευελιξίας, γεγονός που θα έδινε χώρο για μεγαλύτερες παρεμβάσεις.
Τη θέση αυτή διατήρησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής, όταν ζήτησε ένα πιο ελαστικό ταβάνι δαπανών, ώστε να βρεθεί χώρος για επιδοτήσεις στη βενζίνη, το ντίζελ κίνησης, το πετρέλαιο θέρμανσης αλλά και τους λογαριασμούς ρεύματος.
Στα ύψη το φυσικό αέριο και πετρέλαιο
Την Τετάρτη (28.10.2026) η τιμή του φυσικού αερίου ξεπέρασε το φράγμα των 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, για πρώτη φορά από τον Δεκέμβριο του 2022.
Πρόσθετη πηγή ανησυχίας αποτελεί η κατάσταση των ευρωπαϊκών αποθηκών φυσικού αερίου, με την πληρότητά τους να είναι στο 75%, στο χαμηλότερο επίπεδο για τη συγκεκριμένη περίοδο του έτους τουλάχιστον από το 2011.
Ως εκ τούτου, οι πιέσεις που ασκεί το φυσικό αέριο στη χονδρεμπορική αγορά σε ολόκληρη την Ευρώπη είναι σημαντικές.
Ενδεικτικά, για σήμερα οι τιμές χονδρικής ρεύματος στην περιοχή των Βαλκανίων είναι στα 300 ευρώ, στη Γερμανία στα 268 και στη Γαλλία στα 247 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Όσον αφορά στη χώρα μας, η μέση χονδρεμπορική τιμή ρεύματος διαμορφώνεται για σήμερα στα 287,75 ευρώ/MWh, με τη μέση τιμή του μήνα να διαμορφώνεται στα 194,28 ευρώ/MWh, δηλαδή αυξημένη σχεδόν κατά 24,3% σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο.
Το «άλμα» αυτό στη χονδρική προμηνύει περαιτέρω αυξήσεις στα ήδη ακριβά πράσινα τιμολόγια που αναμένονται να ανακοινωθούν την 1η Νοεμβρίου, δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Στα ύψη βρίσκεται και το πετρέλαιο, με την τιμή του Brent να βρίσκεται χθες μία ανάσα από τα 110 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας αύξηση σχεδόν 70% σε σχέση με έναν χρόνο πριν.
Ως εκ τούτου, και παρά τις παρεμβάσεις κυβέρνησης και διυλιστηρίων, η ελληνική αντλία εξακολουθεί να «καίει» τους οδηγούς, με την τιμή του πετρελαίου κίνησης να έχει αυξηθεί κατά 40% από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή.