ΓΔ: 792.38 0.63% Τζίρος: 84.54 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:20:03 ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΟΡΑΣ
Φώτο: Shutterstock

Τι άλλαξε στο φορολογικό καθεστώς για τα εταιρικά αυτοκίνητα

Εργαζόμενοι, εταίροι και μέτοχοι θα πληρώνουν φόρο με βάση κλίμακα για οχήματα που παραχωρούνται. Πότε μηδενίζεται ο φόρος οχημάτων επαγγελματικής χρήσης, τι ισχύει για τα «πράσινα» αυτοκίνητα.

Τις σημαντικές αλλαγές που έχουν τεθεί φέτος σε ισχύ στο καθεστώς φορολόγησης των παροχών από τις επιχειρήσεις σε εργαζομένους, εταίρους ή μετόχους, με τη μορφή της παραχώρησης οχήματος, εξηγεί εγκύκλιος της ΑΑΔΕ, η οποία παρέχει διευκρινίσεις και αναλυτικά παραδείγματα για την φορολόγηση των παροχών σε είδος.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την παροχή σε είδος, με τη μορφή της παραχώρησης οχήματος, ο υπολογισμός του φόρου γίνεται πλέον με την εφαρμογή προοδευτικής κλίμακας επί της Λιανικής Τιμής Προ Φόρων (ΛΤΠΦ) του οχήματος, εφόσον η τιμή αυτή υπερβαίνει τα 17.000 ευρώ.

Οι συντελεστές θα ανέρχονται σε:

  • 4% για το τμήμα της ΛΠΤΦ από 0 έως 14.000 ευρώ,
  • 20% για το τμήμα της ΛΠΤΦ από τα 14.001 έως τα 17.000 ευρώ,
  • 33% για το τμήμα της ΛΠΤΦ από τα 17.001 έως τα 20.000 ευρώ,
  • 35% για το τμήμα της ΛΤΠΦ από τα 20.001 έως τα 25.000 ευρώ,
  • 37% για το τμήμα της ΛΤΠΦ από τα 25.001 έως τα 30.000 ευρώ,
  • 20% για το τμήμα της ΛΤΠΦ πάνω από τα 30.000 ευρώ.

Τονίζεται ότι δεν θεωρούνται παροχή σε είδος, τα οχήματα που παραχωρούνται αποκλειστικά για επαγγελματικούς σκοπούς και έχουν ΛΤΠΦ έως 17.000 ευρώ, αντί 12.000 ευρώ, η οποία ίσχυε. Αν τα οχήματα αυτά έχουν ΛΤΠΦ άνω των 17.000 ευρώ, τότε για αυτά υπολογίζεται παροχή σε είδος με βάση τη συνολική ΛΤΠΦ.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: Για αυτοκίνητο 27.000 ευρώ ΛΤΠΦ η αξία παραχώρησης (παροχή σε είδος) υπολογίζεται ως εξής:

  • 3.900 για το τμήμα της ΛΤΠΦ ως 25.000 ευρώ και
  • για τις υπολειπόμενες 2.000 ευρώ της ΛΤΠΦ επιπλέον ποσό 2.000 Χ 37% = 740 ευρώ. Σύνολο: 3.900 + 740 = 4.640 ευρώ.

Αν το όχημα έχει παλαιότητα 5 έτη, τότε η αξία παραχώρησης (4.640 ευρώ) λαμβάνεται μειωμένη κατά 10% (ήτοι: κατά 464 ευρώ) και διαμορφώνεται σε 4.176 ευρώ.

Αφορολόγητα τα «πράσινα» οχήματα με τιμή έως 40.000 ευρώ

Από το εισόδημα εξαιρείται η αγοραία αξία της παραχώρησης ενός οχήματος μηδενικών ή χαμηλών ρύπων έως 50 γρ. CO2 /χλμ. και με Λ.Τ.Π.Φ. έως 40.000 ευρώ, προς έναν εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα εντός του φορολογικού έτους, με το υπόλοιπο της αξίας να θεωρείται φορολογητέο εισόδημα.

Για παράδειγμα,

  • Έστω ότι παραχωρείται σε εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο όχημα μηδενικών ή χαμηλών ρύπων έως 50 g CO2/Km, με Λιανική Τιμή Προ Φόρων (ΛΤΠΦ) πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ.Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 13 του ΚΦΕ μόνο για την υπερβαίνουσα τις 40.000 ευρώ αξία της ΛΤΠΦ, ήτοι τις 10.000 ευρώ και όχι για το συνολικό ποσό της ΛΤΠΦ (50.000). Ως αξία παραχώρησης λαμβάνεται το ποσό των 400 ευρώ (10.000 ΛΤΠΦ με συντελεστή 4%, σύμφωνα με την περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 13 ΚΦΕ).

Εξαιρείται  από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία το άνευ χρηματικού ανταλλάγματος κόστος φόρτισης επιβατικού αυτοκινήτου μηδενικών ή χαμηλών ρύπων έως 50 g CO2/Km στις εγκαταστάσεις του εργοδότη.

Αφορολόγητες οι παροχές μέχρι τα 300 ευρώ

Σύμφωνα με τις οδηγίες, οι παροχές σε είδος έως 300 ευρώ είναι αφορολόγητες, ενώ για υψηλότερα ποσά στο συνυπολογισμό του φορολογητέου εισοδήματος από μισθωτή εργασία θα ληφθεί υπόψη μόνο το υπερβάλλον, πέραν των 300 ευρώ ποσό. Παράλληλα, αποσαφηνίζεται ο τρόπος υπολογισμού του φόρου για χορήγηση δανείου και προκαταβολές μισθών.

Σημειώνεται ότι για τις παροχές σε είδος, δεν διενεργείται παρακράτηση φόρου από τον εργοδότη, αλλά αναγράφονται στη βεβαίωση αποδοχών του εργαζομένου και αθροίζονται με τα υπόλοιπα εισοδήματα. 

Σε περίπτωση που η αξία της παροχής σε είδος προς εργαζομένους, εταίρους, μετόχους ή συγγενικά πρόσωπα αυτών υπερβαίνει τα 300 ευρώ ανά φορολογικό έτος, στο συνυπολογισμό του φορολογητέου εισοδήματος από μισθωτή εργασία του υπόχρεου φυσικού προσώπου θα ληφθεί υπόψη μόνο το υπερβάλλον, πέραν των 300 ευρώ, ποσό της αξίας της παροχής και όχι το σύνολο αυτής.

Παροχές σε είδος, οι οποίες δίνονται στο προσωπικό μίας επιχείρησης σύμφωνα με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτή εργασία για τους δικαιούχους, δεδομένου ότι αυτές δίνονται προκειμένου να καλύψουν τις εργασιακές ανάγκες των εργαζομένων της επιχείρησης.

Τι ισχύει για τα δάνεια 

Για παροχές σε είδος με τη μορφή δανείου, ανεξαρτήτως εάν η σύμβαση έχει συναφθεί εγγράφως ή όχι, το ύψος της παροχής συνίσταται στη διαφορά που προκύπτει μεταξύ των τόκων που θα κατέβαλε ο εργαζόμενος ή εταίρος ή μέτοχος στη διάρκεια του ημερολογιακού μήνα κατά τον οποίο έλαβε την παροχή, εάν το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων ήταν το μέσο επιτόκιο αγοράς κατά τον ίδιο μήνα και των τόκων που τυχόν κατέβαλε ο εργαζόμενος στη διάρκεια του εν λόγω ημερολογιακού μήνα.

Ακόμη και στις περιπτώσεις στις οποίες το δάνειο δεν έχει περιβληθεί τη μορφή έγγραφης συμφωνίας, ως παροχή σε είδος, λαμβάνεται η διαφορά των τόκων που προκύπτει κατά τα ανωτέρω και όχι το σύνολο του αρχικού κεφαλαίου του δανείου, όπως ίσχυε με τις προγενέστερες διατάξεις. Εναπόκειται στα μέρη να αποδείξουν τόσο την ύπαρξη δανείου όσο και τους όρους της δανειακής σύμβασης.

Ειδικότερα, για τον προσδιορισμό της ως άνω διαφοράς τόκων, επί μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας δανείου, εναπόκειται στα αντισυμβαλλόμενα μέρη να αποδείξουν τη διάρκεια του δανείου, επιτόκιο, δόσεις, σκοπό κλπ, με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο (πχ σχετικές εγγραφές στα βιβλία της εργοδότριας επιχείρησης και καταβολή και επιστροφή του δανείου με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, κλπ). Σε όσες περιπτώσεις δεν υφίσταται έγγραφη σύμβαση δανείου και δεν είναι δυνατό να αποδειχθούν οι όροι της δανειακής σύμβασης, θεωρείται ότι το δάνειο έχει ληφθεί με μηδενικό επιτόκιο (άτοκο) και ως μέσο επιτόκιο αγοράς λαμβάνεται το επιτόκιο που ορίζει η Τράπεζα της Ελλάδας για τις υπεραναλήψεις από τρεχούμενους λογαριασμούς για το μήνα κατά τον οποίο ελήφθη η παροχή

Προκαταβολές μισθών

Οι προκαταβολές μισθών που υπερβαίνουν τους 3 μισθούς θεωρούνται δάνειο. Ανεξαρτήτως του ύψους τους, οι προκαταβολές μισθών δεν θεωρούνται δάνειο όταν εξοφλούνται στο σύνολό τους, έναντι των αντίστοιχων μελλοντικών μισθών, ήτοι για τους επόμενους μήνες δεν θα καταβληθούν στον εργαζόμενο οι αποδοχές του, έως ότου αποσβεστεί ολοσχερώς το ποσό της προκαταβολής.

Αντίθετα, σε περίπτωση που οι προκαταβολές μισθών εξοφλούνται δια μηνιαίων κρατήσεων από τις αποδοχές του εργαζομένου, θεωρούνται δάνειο και ως εκ τούτου συνιστούν παροχή σε είδος για την οποία εφαρμόζονται τα ως άνω οριζόμενα. Για παράδειγμα έστω ότι  εργαζόμενος με μηνιαίες αποδοχές 1.000 ευρώ λαμβάνει από τον εργοδότη του τον Μάρτιο ποσό 2.500 ευρώ (2,5 μισθούς) ως προκαταβολή μισθού και συμφωνείται ότι δεν θα του καταβληθούν καθόλου αποδοχές για τους επόμενους μήνες μέχρι να αποπληρωθεί το εν λόγω ποσό. Πιο συγκεκριμένα, δεν θα του καταβληθούν αποδοχές για τον Απρίλιο και τον Μάιο ενώ τον Ιούνιο θα λάβει μειωμένες αποδοχές (500 ευρώ).

Στην προκειμένη περίπτωση, το συνολικό ποσό των 2.500 ευρώ δεν θεωρείται δάνειο και ως εκ τούτου δε συνιστά παροχή σε είδος, καθόσον δεν πραγματοποιείται εξόφληση δια μηνιαίων κρατήσεων, λόγω του ότι ο εργαζόμενος λαμβάνει αποδοχές, κατά τον τελευταίο μήνα (Ιούνιο) αφότου έχει αποσβεστεί ολοσχερώς το οφειλόμενο ποσό.

Για τις προκαταβολές μισθών που συνιστούν δάνειο, ως μέσο επιτόκιο αγοράς για τον προσδιορισμό της διαφοράς των τόκων λαμβάνεται το χαμηλότερο από τα επιτόκια κάθε κατηγορίας δανείου, όπως ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, κατά το μήνα χορήγησης της προκαταβολής.

Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Για διορθωτική δήλωση Covid καλούνται 200.000 ιδιοκτήτες

Με μηνύματα από την ΑΑΔΕ θα κληθούν να διορθώσουν ως τις 15 Δεκεμβρίου τα λάθη στις αρχικές τους δηλώσεις χιλιάδες ιδιοκτήτες που δεν έχουν εξασφαλίσει ακόμη την έκπτωση φόρου για τα μειωμένα μισθώματα.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι επιχειρηματίες έγιναν φτωχότεροι και οι μισθωτοί πλουσιότεροι

Το μέσο μηνιαίο εισόδημα που εμφάνισαν τα νοικοκυριά κυμάνθηκε μεταξύ 830 και 969 ευρώ με τη συντριπτική πλειοψηφία να δηλώνει ως 714 ευρώ το μήνα. Δύο στους δέκα φορολογούμενους δήλωσαν 83 ευρώ το μήνα.