ΓΔ: 792.38 0.63% Τζίρος: 84.54 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:20:03 ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΟΡΑΣ
Φωτο: Shutterstock

Σε ζημιές 688 εκατ. ευρώ στο 9μηνο βύθισε η πανδημία τις τράπεζες

Τα λειτουργικά αποτελέσματα βελτιώθηκαν, αλλά ο διπλασιασμός των προβλέψεων για πιστωτικό κίνδυνο οδήγησε σε ζημιογόνο αποτέλεσμα. Τι προβλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος για τις προοπτικές της κερδοφορίας.

Από κέρδη σε ζημιές πέρασαν οι ελληνικές τράπεζες στο 9μηνο του 2020, λόγω του πλήγματος που δέχθηκαν από την πανδημία. Κύριος παράγοντας διαμόρφωσης ζημιογόνου συνολικού αποτελέσματο του τραπεζικού τομέα (συστημικές και μικρότερες τράπεζες) ήταν ο διπλασιασμός των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο, που ανήλθαν συνολικά στα 4 δισ. ευρώ, όπως σημειώνει η Τράπεζα της Ελλάδος στην τελευταία έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα.

Η ΤτΕ εμφανίζεται έντονα επιφυλακτική για τις προοπτικές της κερδοφορίας των τραπεζών και τη δυνατότητα εσωτερικού σχηματισμού κεφαλαίου, σημειώνοντας ότι αυτές σχετίζονται άμεσα με την εξέλιξη της πανδημίας και τις οικονομικές της επιπτώσεις και υπογραμμίζοντας ότι η επιδείνωση της οικονομικής θέσης επιχειρήσεων και νοικοκυριών οδηγεί σε αύξηση των προβλέψεων για πιστωτικές απώλειες.

Ειδικότερα, στο κεφάλαιο για την κερδοφορία των τραπεζικών ιδρυμάτων, η ΤτΕ παραθέτει συγκεντρωτικά στοιχεία που δείχνουν ότι στο 9μηνο 2020 οι τράπεζες εμφάνισαν ζημιές 688 εκατ. ευρώ, έναντι κερδών 649 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2019 και σχολιάζει ότι:

  • Το εννεάμηνο του 2020 τα λειτουργικά έσοδα αυξήθηκαν σημαντικά σε ετήσια βάση, λόγω της αύξησης των εσόδων από μη τοκοφόρες εργασίες. Όσον αφορά τα καθαρά έσοδα από τόκους, η μείωση των εσόδων τόκων ήταν μεγαλύτερη σε απόλυτα μεγέθη από την αντίστοιχη μείωση των εξόδων. Τα έσοδα από τόκους επηρεάστηκαν αρνητικά από τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών καθώς και τη μείωση των επιτοκίων χορηγήσεων. Η υποχώρηση των εξόδων για τόκους οφείλεται στο μειωμένο κόστος των καταθέσεων και στην άντληση ρευστότητας από το Ευρωσύστημα με ευνοϊκούς όρους. Κατά συνέπεια το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο μειώθηκε κατά 22 μονάδες βάσης σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019 και διαμορφώθηκε στο 2%. Ωστόσο το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο των ελληνικών τραπεζών παραμένει σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο των μεσαίου μεγέθους τραπεζικών ομίλων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).
  • Τα καθαρά έσοδα από μη τοκοφόρες εργασίες ενισχύθηκαν κατά 59,4% σε ετήσια βάση, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος αυτών είναι μη επαναλαμβανόμενα. Ειδικότερα τα έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019, προερχόμενα κυρίως από κέρδη που προέκυψαν από το χαρτοφυλάκιο ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου. Υπερδιπλάσια ήταν και τα λοιπά έσοδα. Επίσης, θετική ήταν η συμβολή των καθαρών εσόδων από προμήθειες. Όσον αφορά τα λειτουργικά έξοδα, παρουσί-ασαν περαιτέρω υποχώρηση λόγω κυρίως της συνεχιζόμενης συρρίκνωσης του προσωπικού και της συνακόλουθης μείωσης των δαπανών προσωπικού.
  • Ως αποτέλεσμα των παραπάνω ενισχύθηκαν τα λειτουργικά κέρδη το 2020 και βελτιώθηκε ο δείκτης αποτελεσματικότητας (λόγος λειτουργικών εξόδων προς έσοδα) των ελληνικών τραπεζών. Ο δείκτης αυτός παραμένει σε επίπεδο σημαντικά χαμηλότερο έναντι του μέσου όρου των μεσαίου μεγέθους τραπεζικών ομίλων στην ΕΕ.
  • Η τάση αποκλιμάκωσης του κόστους πιστωτικού κινδύνου αντιστράφηκε το εννεάμηνο του 2020 καθώς οι προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο διπλασιάστηκαν σε ετήσια βάση. Συγκεκριμένα, το εννεάμηνο του 2020 σχηματίστηκαν προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο συνολικού ύψους 4 δισεκ. ευρώ έναντι 2 δισεκ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2019. Από αυτές, 1 δισεκ. ευρώ αντανακλά την ενσωμάτωση των δυσμενέστερων μακροοικονομικών προβλέψεων εξαιτίας της πανδημίας στα υποδείγματα των τραπεζών για τον υπολογισμό ζημιών απομείωσης, 1,5 δισεκ. ευρώ σχετίζεται με την πώληση μεγάλου χαρτοφυλακίου ΜΕΔ από μια συστημική τράπεζα και 1,5 δισεκ. ευρώ αποτελεί γενικές και ειδικές προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο.
  • Οι ζημίες προ φόρων διαμορφώθηκαν σε 512 εκατ. ευρώ το εννεάμηνο του 2020. Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω οι τραπεζικοί όμιλοι κατέγραψαν ζημίες μετά φόρων και διακοπτόμενων δραστηριοτήτων και οι δείκτες αποδοτικότητας του ενεργητικού (RoA) και των ιδίων κεφαλαίων (RoE) των τραπεζικών ομίλων εμφάνισαν εκ νέου αρνητικό πρόσημο (-0,32% και -3,3% αντίστοιχα).
  • Όσον αφορά τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές για την κερδοφορία, αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την εξέλιξη της πανδημίας και τις επιπτώσεις της στην πραγματική οικονομία και στον τραπεζικό τομέα. Το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων ασκεί πίεση στα καθαρά έσοδα από τόκους των τραπεζών, αναδεικνύοντας την ανάγκη αναζήτησης εναλλακτικών πηγών εσόδων και περαιτέρω εξορθο-λογισμού του κόστους. Στην κατεύθυνση αυτή μπορεί να συμβάλει η επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού των τραπεζών, με την πελατεία τους να εμφανίζεται πιο δεκτική κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
  • Ωστόσο, η αναμενόμενη αύξηση του πιστωτικού κινδύνου των τραπεζών εξαιτίας της επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης επιχειρήσεων και νοικοκυριών αναμένεται να οδηγήσει στην ανάγκη σχηματισμού αυξημένων προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο, περιορίζοντας περαιτέρω τη δυνατότητά τους για εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου. Κατά συνέπεια, η ανάπτυξη ενός διατηρήσιμου επιχειρηματικού υποδείγματος που θα επιτρέπει την επίτευξη ενός ικανοποιητικού επιπέδου οργανικής κερδοφορίας αποτελεί μια από τις προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι ελληνικές τράπεζες.

Τα οικονομικά αποτελέσματα του ελληνικού τραπεζικού τομέα

BoG_banks9m2020
Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τρ. Ελλάδος: Γιατί είναι επιτακτική η ανάγκη για ίδρυση bad bank

Μείωση του δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων στο 35,8% διαπιστώνει η ΤτΕ, σημειώνοντας όμως ότι παραμένει πολύ υψηλός, ενώ μεγάλο μέρος των κεφαλαίων των τραπεζών αποτελείται από αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Γκάζια» τον Σεπτέμβριο στα δάνεια, αυξήθηκαν κατά 82%

Ρευστότητα πάνω από 2,5 δισ. ευρώ απελευθέρωσαν οι τράπεζες για να στηρίξουν την οικονομία. Οι περισσότερες ροές χρηματοδότησης κατευθύνονται στο Δημόσιο, σημαντική αύξηση και προς τις επιχειρήσεις.