Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, με αφορμή τη δημοσίευση των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, επισημαίνει πως η ίδρυση και λειτουργία μη κρατικών Νομικών Σχολών απαιτεί συνολικό σχεδιασμό και διαβούλευση με την ακαδημαϊκή και νομική κοινότητα.
Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η διασφάλιση της ποιότητας των νομικών σπουδών αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας, η οποία συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και την ασφάλεια δικαίου.
Η ύπαρξη κατάλληλης υλικοτεχνικής υποδομής, επαρκών χώρων και εξοπλισμού, διδακτικού προσωπικού υψηλού κύρους και ολοκληρωμένων προγραμμάτων σπουδών θεωρούνται από την Επιτροπή ως αδιαπραγμάτευτες προϋποθέσεις για τη λειτουργία των μη κρατικών νομικών σχολών.
Παράλληλα, η Συντονιστική Επιτροπή εκφράζει τη διαμαρτυρία της για τον αποκλεισμό της από την Επιτροπή αξιολόγησης των προγραμμάτων σπουδών, κατά τη διαδικασία επανυποβολής αιτήσεων πιστοποίησης βάσει του άρθρου 139Α του ν. 5094/2024, όπως προστέθηκε με το άρθρο 104 παρ.2 ν. 5264/2025.
Με επιστολή της προς τον πρόεδρο της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) στις 26/6/2026, η Επιτροπή εξέφρασε την έντονη διαμαρτυρία της για τον αποκλεισμό από τη σχετική διαδικασία.
Η ανακοίνωση καταλήγει ότι οι αποφάσεις του ΣτΕ «καταδεικνύουν την προχειρότητα με την οποία η Πολιτεία αντιμετώπισε ένα τέτοιας μείζονος σημασίας θέμα αλλά και τους κινδύνους που δημιουργούνται σε περιπτώσεις έλλειψης διαφάνειας και αμεροληψίας κατά τη διαδικασία αξιολόγησης».