Το Συμβούλιο της Επικρατείας έθεσε φραγμό στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας που λειτουργεί ως οικογενειακή στέγη, για οφειλές προς το Δημόσιο, την Εφορία και άλλους δημόσιους φορείς, όταν ο οφειλέτης διαθέτει επιπλέον περιουσιακά στοιχεία.
Σύμφωνα με απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος του ΣτΕ, η κύρια κατοικία δεν μπορεί να κατασχεθεί ούτε να ενταχθεί σε πρόγραμμα πλειστηριασμού, εφόσον υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία που επαρκούν για την κάλυψη της οφειλής. Η απόφαση αφορά οφειλές προς το Δημόσιο, τις Δ.Ο.Υ., τους ΟΤΑ, τα ασφαλιστικά ταμεία και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, δηλαδή χρέη που εμπίπτουν στις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).
Επιπλέον, κρίθηκε πως ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας πλειστηριασμού. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να προσφύγει από τη στιγμή της κοινοποίησης της «κατασχετήριας έκθεσης» έως και την έκδοση του προγράμματος πλειστηριασμού, ενώ μέχρι πρότινος η δυνατότητα αυτή περιοριζόταν στο αρχικό στάδιο.
Η υπόθεση αφορά ακίνητο (μεζονέτα 162 τ.μ. στο Μοσχάτο), που ανήκε κατά το ήμισυ σε διευθύνοντα σύμβουλο Ανώνυμης Βιομηχανικής Εταιρείας και κατά το υπόλοιπο στη σύζυγό του, το οποίο εντάχθηκε σε πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών της εταιρείας προς το Δημόσιο.
Ο διευθύνων σύμβουλος προσέφυγε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτή την ανακοπή του, κρίνοντας ότι η έκδοση του προγράμματος παραβίαζε τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας.
Το Δημόσιο άσκησε έφεση, αλλά το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών την απέρριψε ως αβάσιμη. Το δικαστήριο έκρινε ότι το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελούσε τη μοναδική κύρια κατοικία της οικογένειας, ενώ υπήρχαν και άλλα ακίνητα ιδιοκτησίας του οφειλέτη σε διάφορες περιοχές της χώρας. Η έκδοση του προγράμματος πλειστηριασμού θεωρήθηκε αντίθετη με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας, καθώς υπήρχαν λιγότερο επαχθή μέτρα για την είσπραξη των οφειλών.
Το Δημόσιο υποστήριξε ότι ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. άσκησε διακριτική ευχέρεια, σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ, στην επιλογή του ακινήτου προς κατάσχεση.
Το ΣτΕ, με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Ιωάννη Γράβαρη και εισηγήτρια την σύμβουλο Επικρατείας Ελένη Παπαδημητρίου, απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση του Δημοσίου. Υπογράμμισε ότι η κατοικία αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής ζωής, σύμφωνα με το Σύνταγμα, και υπόκειται σε ιδιαίτερη κρατική μέριμνα.
Επισημάνθηκε ότι κάθε μέτρο που αποσκοπεί στη στέρηση κατοικίας πρέπει να είναι απολύτως αναγκαίο και να εξαντλούνται όλες οι προσπάθειες για την ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος με ηπιότερα μέσα, σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές και την αρχή της αναλογικότητας.