Κατά τη συζήτηση του προσχεδίου του προϋπολογισμού στη Βουλή, ο γενικός εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκος Παππάς, άσκησε έντονη κριτική στη φορολογική πολιτική της κυβέρνησης, επισημαίνοντας ότι «αυτός ο Προϋπολογισμός κλείνει οριστικά την περίοδο κατά την οποία τα κυβερνητικά στελέχη, τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, τοποθετούνται στον δημόσιο διάλογο ως εκπρόσωποι μιας παράταξης η οποία μειώνει τους φόρους». Σύμφωνα με τον ίδιο, το προσχέδιο αποτυπώνει μία φοροεπιδρομή, κυρίως μέσω άδικων φόρων, με σημαντική αύξηση στα φορολογικά έσοδα.
Ο κ. Παππάς ανέφερε ότι τα φορολογικά έσοδα από το 2021 μέχρι σήμερα έχουν αυξηθεί κατά 62%, φθάνοντας τα 78 δισ. ευρώ, ενώ τα έσοδα από τον ΦΠΑ, που χαρακτήρισε ως «τον πιο άδικο φόρο», παρουσιάζουν αύξηση σχεδόν 80% σε σχέση με το 2021. Παράλληλα, τόνισε πως «τα περί φορολογικής συμμόρφωσης και αποτελεσματικής λειτουργίας των φορολογικών μηχανισμών νομίζω ότι πάνε περίπατο».
Σύμφωνα με τον γενικό εισηγητή του ΣΥΡΙΖΑ, το προσχέδιο του προϋπολογισμού προβλέπει μείωση των συνολικών δαπανών κατά 4 δισ. ευρώ μεταξύ 2026 και 2027. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη μείωση του ποσοστού των μισθών της γενικής κυβέρνησης και των συντάξεων ως προς το ΑΕΠ, υπογραμμίζοντας ότι «μεγαλώνει η πίτα της οικονομίας και οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι παίρνουν μικρότερο μερίδιο».
Αναφερόμενος στο σχέδιο «Ηρακλής», ο κ. Παππάς πρότεινε να αλλάξει ονομασία, επικαλούμενος τις αποκλίσεις που διαπίστωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο και τις κρατικές εγγυήσεις ύψους 16 δισ. ευρώ. Ζήτησε από την κυβέρνηση να καταθέσει τα business plans των servicers, σημειώνοντας πως είναι απαραίτητη η διαφάνεια για τον όγκο των κρατικών εγγυήσεων.
Ο κ. Παππάς υπογράμμισε πως «αυτό το πρόγραμμα πρέπει να καταργηθεί» και το συνέδεσε με τη στεγαστική κρίση. Υπενθύμισε την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ-Σ. για ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους μέσω της Αναπτυξιακής Τράπεζας και αξιοποίηση των ακινήτων ως κοινωνικών κατοικιών. Για τον ΕΦΚΑ, τόνισε την ανάγκη να εξελιχθεί σε «νέο εθνικό επενδυτή», αναφέροντας ως παράδειγμα τα επενδυτικά μερίδια ξένων ασφαλιστικών φορέων σε ελληνικές εταιρείες, σε αντίθεση με τον περιορισμένο ρόλο του ελληνικού ασφαλιστικού φορέα.