Η Ελλάδα διατηρεί σταθερή θέση υπέρ της συνεργασίας και του διαλόγου με την Τουρκία, χωρίς ωστόσο να αποδέχεται οποιαδήποτε αμφισβήτηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Αυτό τόνισε η υφυπουργός Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, κατά τη διάρκεια ομιλίας της στο London School of Economics (LSE), σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση.
Η κ. Παπαδοπούλου συμμετείχε σε συζήτηση με την αναπληρώτρια καθηγήτρια του LSE Τζένιφερ Τζάκσον-Πρις, σε εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο και το Ελληνικό Παρατηρητήριο του πανεπιστημίου.
Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η υφυπουργός εξήρε τη γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας, επισημαίνοντας πως καμία χώρα δεν μπορεί να διεκδικεί κυρίαρχο ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο. Όπως ανέφερε, «θέλουμε την Τουρκία ως εταίρο, αλλά κανείς στην περιοχή δεν θέλει την Τουρκία ή οποιονδήποτε άλλον ως κυρίαρχο. Στην περιοχή μας κανείς δεν μπορεί να είναι κυρίαρχος. Αυτό είναι συνταγή καταστροφής».
Ιδιαίτερη κριτική άσκησε στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, τονίζοντας ότι αγνοεί τα δικαιώματα της Ελλάδας και της Κρήτης. Όπως υπογράμμισε, «δεν μιλάμε για έναν βράχο στο Αιγαίο ή ένα μικρό νησί. Μιλάμε για την Κρήτη, ένα μεγάλο νησί, το οποίο το μνημόνιο αντιμετωπίζει σαν να μην υπάρχει». Η συμφωνία αυτή, σύμφωνα με την ίδια, είναι αντίθετη προς το διεθνές δίκαιο και τη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ τέτοιες ενέργειες δεν βοηθούν στη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων ή στην ασφάλεια της Μεσογείου.
Η κ. Παπαδοπούλου επανέλαβε ότι η μοναδική διαφορά που αναγνωρίζει η Ελλάδα με την Τουρκία αφορά την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, ζήτημα που μπορεί να επιλυθεί μέσω διαπραγματεύσεων ή διεθνούς δικαστηρίου.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι ενέργειες όπως οι υπερπτήσεις τουρκικών στρατιωτικών αεροσκαφών πάνω από κατοικημένα ελληνικά νησιά και οι αναφορές στη «Γαλάζια Πατρίδα» δεν αποτελούν ένδειξη βελτίωσης των σχέσεων, αλλά ενισχύουν τους κινδύνους νέας έντασης.
Ουκρανία και Κυπριακό
Στο θέμα του πολέμου στην Ουκρανία, η υφυπουργός Εξωτερικών συνέδεσε τη στάση της Ελλάδας με την εμπειρία της τουρκικής εισβολής και κατοχής στην Κύπρο. Όπως σημείωσε, «κανείς στην Ευρώπη δεν γνωρίζει καλύτερα από την Ελλάδα τις συνέπειες της στρατιωτικής εισβολής και κατοχής. Έχουμε την τραυματική εμπειρία της Κύπρου». Υπογράμμισε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχθεί τα αποτελέσματα μιας στρατιωτικής εισβολής, χαρακτηρίζοντας τη θέση αυτή ως «απόλυτη κόκκινη γραμμή».
Επεσήμανε ότι κάθε συμφωνία για την Ουκρανία οφείλει να περιλαμβάνει τόσο την ίδια τη χώρα όσο και την Ευρωπαϊκή Ένωση, τονίζοντας πως «τίποτα δεν μπορεί να αποφασιστεί χωρίς την Ουκρανία, αλλά και τίποτα δεν μπορεί να είναι βιώσιμο χωρίς τη συμμετοχή της Ευρώπης». Επιβεβαίωσε επίσης τη διαρκή πολιτική, οικονομική, ανθρωπιστική και στρατιωτική στήριξη της Ελλάδας προς το Κίεβο.
Μέση Ανατολή και διεθνής ασφάλεια
Αναφερόμενη στη Μέση Ανατολή, η κ. Παπαδοπούλου χαρακτήρισε την κατάσταση εξαιρετικά επικίνδυνη, σημειώνοντας ότι κατά τη μακρά διπλωματική της πορεία δεν έχει αντιμετωπίσει ανάλογες συνθήκες. Επανέλαβε τη σταθερή ελληνική θέση υπέρ της λύσης δύο κρατών στο Παλαιστινιακό και υπογράμμισε πως η αποκλιμάκωση και ο τερματισμός των εχθροπραξιών αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε διπλωματική πρόοδο.
Τόνισε ότι η Ελλάδα, διατηρώντας ισχυρές σχέσεις τόσο με το Ισραήλ όσο και με τον αραβικό κόσμο, μπορεί να λειτουργήσει ως αξιόπιστος συνομιλητής και παράγοντας σταθερότητας. Επισήμανε επίσης ότι οι συγκρούσεις στην περιοχή επηρεάζουν την ενεργειακή ασφάλεια και την παγκόσμια επισιτιστική επάρκεια, λόγω προβλημάτων στην παραγωγή και διακίνηση λιπασμάτων.
Ευρωπαϊκή άμυνα, ΟΗΕ και διεύρυνση ΕΕ
Η υφυπουργός υποστήριξε ότι η Ευρώπη οφείλει να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την άμυνά της, χωρίς να αποδυναμώνει τις διατλαντικές σχέσεις. Όπως δήλωσε, «η Ευρώπη δεν πρέπει να αναζητά πατέρες, αλλά εταίρους», επισημαίνοντας πως η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας δεν αποτελεί ανταγωνισμό προς το ΝΑΤΟ.
Σχετικά με τη συμμετοχή της Ελλάδας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, τόνισε ότι οι διαφωνίες μεταξύ των πέντε μονίμων μελών έχουν αυξήσει τη σημασία των εκλεγμένων μελών, καθιστώντας ακόμη πιο αναγκαία τη μεταρρύθμιση του Οργανισμού. Υποστήριξε επίσης την εκλογή γυναίκας στη θέση του επόμενου γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, με βασικό κριτήριο την ενίσχυση του διεθνούς οργανισμού.
Τέλος, σχετικά με τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χαρακτήρισε την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στρατηγική προτεραιότητα για την Ελλάδα. Επεσήμανε ότι η ελληνική προεδρία της ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο του 2027 θα επιδιώξει την προώθηση της ευρωπαϊκής προοπτικής των υποψήφιων χωρών, υπό την προϋπόθεση της υλοποίησης των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων από την πλευρά τους.