Εξέπνευσε τα μεσάνυχτα της πρωτοχρονιάς το δικαίωμα της εφορίας να κοινοποιήσει Πράξεις Προσδιορισμού του Φόρου σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, για πιθανές παραβάσεις που διαπράχθηκαν εντός του 2019.
Το συγκεκριμένο έτος παραγράφηκε, χθες, 31η Δεκεμβρίου 2025 και πλέον η εφορία δεν μπορεί να ελέγξει και να καταλογίσει φόρους, για πράξεις ή παραλείψεις που αφορούν το συγκεκριμένο έτος και τα προηγούμενα.
Από τον φορολογικό έλεγχο ξεφεύγουν και οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών εντός του 2019, οι οποίες από σήμερα δεν μπορούν να ελεγχθούν από τις φορολογικές υπηρεσίες.
Ακόμη, δε, και στην περίπτωση που εντοπιστούν μεγάλα υπόλοιπα ή κινήσεις εμβασμάτων που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματα του υπόχρεου, η εφορία δεν μπορεί να κάνει απολύτως τίποτα, καθώς η πενταετής παραγραφή του δικαιώματος της εφορίας να ελέγξει τραπεζικές καταθέσεις, έχει «κλειδώσει’ οριστικά στην πενταετία, με αλλεπάλληλες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Συγχρόνως, ακόμη και αν η ΑΑΔΕ ανακαλύψει πως ο «Χ» φορολογούμενος το έτος 2019 ή 2018 είχε στον τραπεζικό του λογαριασμό, ποσά τα οποία είναι αδικαιολόγητα δεν έχει τη δυνατότητα να τα ελέγξει, καθώς οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών, δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» και δεν διευρύνουν την περίοδο παραγραφής στη δεκαετία.
Χρήση παλαιών καταθέσεων
Σύμφωνα δε με απόφαση του ΣτΕ, ο φορολογούμενους που είχε στους τραπεζικούς του λογαριασμούς ποσά καταθέσεων σε περίοδο πέραν την πενταετίας και δεν ελέγχθηκαν (εμπρόθεσμα μέσα στην πενταετία από την εφορία), μπορεί να τα χρησιμοποιεί χωρίς πρόβλημα στη συνέχεια, εφόσον αποδείξει ότι κατείχε τις συγκεκριμένες καταθέσεις.
Παράδειγμα
Φορολογούμενος είχε το 2017 καταθέσεις ύψους 100.000 ευρώ, οι οποίες δεν δικαιολογούνταν από τα εισοδήματα ή τις πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, αλλά δεν ελέγχθηκαν ποτέ από την εφορία και έχουν παραγραφεί.
Σε ένα έτος που δεν έχει παραγραφεί, π.χ. το 2025, μεταφέρει ένα ποσό ύψους 50.000 ευρώ σε άλλο λογαριασμό (για δωρεά ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο). Το ειδικό, λογισμικό της εφορίας ανιχνεύει τη συναλλαγή, τον καλεί για έλεγχο, καθώς το ποσό δεν καλύπτεται από τα τρέχοντα εισοδήματά του.
Ο φορολογούμενος υποστηρίζει ότι προέρχεται από το απόθεμα των 100.000 ευρώ που είχε το 2017 και το αποδεικνύει με τα παραστατικά των τραπεζών.
Η εφορία, δεν έχει τη δυνατότητα χαρακτηρίσει το συγκεκριμένο εισόδημα ως «προσαύξηση περιουσίας», καθώς βάσει της απόφασης του ΣτΕ, επειδή, δεν έλεγξε τη νομιμότητα απόκτησης των καταθέσεων εντός της πενταετίας, δεν μπορεί να το πράξει στη συνέχεια αλλά ούτε και να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της χρήσης των εν λόγω κεφαλαίων.
Ποιες υποθέσεις παραγράφηκαν
Οι φορολογικές υποθέσεις που παραγράφηκαν την 31η Δεκεμβρίου 2025 είναι εκείνες με έτος αναφοράς:
2021: Αφορά επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες που χρησιμοποιούν από το 2020 την ηλεκτρονική τιμολόγηση, μέσω του myData, για τις οποίες ισχύει η τριετής παραγραφή αντί της πενταετούς.
2019: Οι υποθέσεις του φορολογικού έτους 2019 (φορολογίας εισοδήματος και ΦΠΑ), για τις οποίες έχουν υποβληθεί αρχικές εμπρόθεσμες δηλώσεις ή για τις οποίες έχουν υποβληθεί αρχικές εκπρόθεσμες δηλώσεις το αργότερο μέχρι τις 31-12-2024. Οι συγκεκριμένες υποθέσεις υπάγονται στον κανόνα της 5ετούς παραγραφής, η οποία μετράει από το έτος εντός του οποίου έπρεπε να υποβληθεί η φορολογική δήλωση.
2017: Οι υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος που αφορούν τη χρήση 2017, αλλά δεν υποβλήθηκαν έγκαιρα οι φορολογικές δηλώσεις και υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα εντός του 2023. Για τις συγκεκριμένες υποθέσεις η βασική προθεσμία παραγραφής, που είναι 5 χρόνια, που έληξε κανονικά στις 31-12-2023 (5+1 έτος από το τη φορολογική χρήση), εφόσον υποβάλλονταν εμπρόθεσμη φορολογική δήλωση. Ωστόσο επειδή υποβλήθηκε εκπρόθεσμη δήλωση το 2022, η προθεσμία παραγραφής επεκτείνεται για μια τριετία επιπλέον και φτάνει στα 8 έτη.
2014: Οι υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος και ΦΠΑ του φορολογικού έτους 2014, για τις οποίες προέκυψαν «συμπληρωματικά» στοιχεία, όπως πλαστά και εικονικά τιμολόγια τα οποία στοιχειοθετούν έγκλημα φοροδιαφυγής, δηλαδή το ποσό που αποφεύχθηκε να δηλωθεί να υπερβαίνει το ποσό των 50.000 για παρακρατούμενους φόρους ή των 100.000 ευρώ αν πρόκειται για φόρο εισοδήματος.
2014: Οι υποθέσεις ΦΠΑ του φορολογικού έτους 2014 για τις οποίες δεν υποβλήθηκε εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ, για τις οποίες ισχύει 10ετής περίοδος παραγραφής.
2009: Αν για κάποιο έτος δεν υποβλήθηκε δήλωση φορολογίας εισοδήματος ή υποβλήθηκε εκπρόθεσμη αρχική δήλωση φορολογίας εισοδήματος, η εφορία έχει τη δυνατότητα να καταλογίσει φόρους και πρόστιμα ακόμη και μετά από 15 χρόνια. Εφόσον ενδιάμεσα υποβληθεί εκπρόθεσμη δήλωση, π.χ. στο 13ο, 14ο, ή 15ο έτος, από το έτος υποχρέωσης, η προθεσμία παραγραφής, παρατείνεται αλλά συνολικά δεν μπορεί να ξεπεράσει την 15ετία, από το έτος που έπρεπε να υποβληθεί η δήλωση.
Ποιοι φορολογούμενοι δεν… ησύχασαν
Ωστόσο, οι προθεσμίες της παραγραφής αυξάνονται πέραν της πενταετίας για ορισμένους λόγους, όπως:
- Εάν, εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής, υποβάλλεται αρχική ή τροποποιητική δήλωση ή περιέρχονται σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία σε υπόθεση που έχει διενεργηθεί πλήρης έλεγχος ή σε κάθε άλλη περίπτωση περιέρχονται σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης πληροφορίες από οποιαδήποτε πηγή εκτός της Φορολογικής Διοίκησης, από τις οποίες προκύπτει φορολογική οφειλή και μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορούν, για περίοδο ενός (1) έτους από τη λήξη της πενταετίας.
- Εάν ζητηθούν πληροφορίες από χώρα της αλλοδαπής, μέχρι την παραλαβή τους και για ένα (1) έτος από αυτήν και μόνο για το ζήτημα, στο οποίο αφορά το αίτημα παροχής πληροφοριών.
- Εάν ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή, ένδικο βοήθημα ή μέσο, για περίοδο ενός (1) έτους μετά την έκδοση απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής ή την κοινοποίηση στη Φορολογική Διοίκηση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, και μόνο για το ζήτημα, το οποίο αφορά.
- Για όσο διάστημα διαρκεί η προθεσμία υποβολής αιτήματος Διαδικασίας Αμοιβαίου Διακανονισμού (Δ.Α.Δ.), καθώς επίσης και εφόσον υποβληθεί τέτοιο αίτημα, για όσο χρόνο διαρκεί η Δ.Α.Δ.. Σε περίπτωση έκδοσης απόφασης Αμοιβαίου Διακανονισμού, παρατείνεται για ένα (1) έτος μετά την έκδοση της απόφασης η περίοδος παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να προβεί σε κοινοποίηση πράξης διοικητικού ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου με έρεισμα την απόφαση αυτή και αποκλειστικά με σκοπό τη συμμόρφωση με αυτήν.
- Για όσο διάστημα απαιτηθεί για την εξέταση καταγγελίας ή αναφοράς που αφορά σε φορολογική υπόθεση, προσαυξημένο κατά ένα (1) έτος από την περιέλευση στην αρμόδια ελεγκτική Υπηρεσία της σχετικής πορισματικής έκθεσης και μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορά, εφόσον διαπιστωθεί ότι η μη ενάσκηση του δικαιώματος για διενέργεια ελέγχου ή για έκδοση καταλογιστικής πράξης, έστω και κατά ένα μέρος, οφείλεται σε σύμπραξη του φορολογουμένου με υπάλληλο της ελεγκτικής αρχής.