Η νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή μετατρέπει σε «ναρκοπέδιο» τις διεθνείς αγορές, με την διάρκεια της αμερικανοισραηλινής σύγκρουσης με το Ιράν να κρίνει εν πολλοίς τις επιπτώσεις που θα υπάρξουν.
Η Citi προειδοποιεί ότι το σοκ από τη σύγκρουση ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν μπορεί να έχει ευρείες συνέπειες σε πληθωρισμό, νομίσματα και πιστωτικές αγορές, με κρίσιμο παράγοντα όχι την αρχική άνοδο του Brent, αλλά τη διάρκεια του «γεωπολιτικού premium» και το ενδεχόμενο διαταραχών στα Στενά του Ορμούζ.
Την ίδια στιγμή, η AXIA–Alpha Finance εστιάζει στις επιπτώσεις για την Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι, στο βασικό σενάριο, ο άμεσος αντίκτυπος στο Χρηματιστήριο Αθηνών και στην οικονομία είναι προς το παρόν περιορισμένος, αλλά μπορεί να γίνει ουσιαστικός αν η ένταση παραταθεί, κυρίως μέσω των τιμών ενέργειας και της ευαισθησίας του τουρισμού.
Στις 14:20, ο Γενικός Δείκτης διαμορφώνεται στις 2.210,90 μονάδες, σημειώνοντας πτώση 2,93%, με την αξία των συναλλαγών να ανέρχεται στα 190,79 εκατ. ευρώ, με «βαριά» χαρτιά και τράπεζες να δέχονται ισχυρές πιέσεις.
Ειδικότερα, ο δείκτης υψηλής κεφαλαιοποίησης υποχωρεί κατά 3,15% ενώ ο τραπεζικός δείκτης καταγράφει απώλειες 4,66%.
Αβέβαιο παραμένει το κλίμα στις ευρωπαϊκές αγορές με τον πανευρωπαϊκό δείκτη Stoxx 600 να υποχωρεί αυτή την ώρα κατά 1,56% στις 623 μονάδες, ενώ ο έτερος πανευρωπαϊκός δείκτης Eurostoxx 50 σημειώνει πτώση 2,22% στις 6.002 μονάδες.
Στις επί μέρους αγορές, ο δείκτης DAX στην Φρανκφούρτη υποχωρεί κατά 2,39% στις 24.708 μονάδες, και ο CAC 40 στο Παρίσι σημειώνει πτώση 1,94% στις 8.413 μονάδες, ενώ ο FTSE 100 στο Λονδίνο πέφτει κατά 1,13% στις 10.787 μονάδες.
Στον ευρωπαϊκό Νότο, ο δείκτης ΙΒΕΧ στη Μαδρίτη υποχωρεί κατά 2,53% στις 17.899 μονάδες, και ο ΜΙΒ στο Μιλάνο σημειώνει πτώση 1,90% στις 46.314 μονάδες.
Το «καμπανάκι» της Citi
Η Citi προειδοποιεί ότι η σύγκρουση ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν συνιστά ένα σοβαρό γεωπολιτικό σοκ με δυνητικά εκτεταμένες επιπτώσεις στις παγκόσμιες αγορές, με βασικό κανάλι μετάδοσης το πετρέλαιο και τη διάρκεια του λεγόμενου «γεωπολιτικού premium».
Στην έκθεσή της με τίτλο «Making market sense of Iran/US conflict», η Citi εκτιμά ότι η αρχική αντίδραση θα είναι άνοδος του Brent προς τα χαμηλά έως μέσα επίπεδα των 80 δολαρίων το βαρέλι, από τα 73 δολάρια στο προηγούμενο κλείσιμο. Ωστόσο, για τη στρατηγική τοποθέτηση των επενδυτών, πιο κρίσιμο από το ύψος της πρώτης ανόδου είναι το πόσο θα διαρκέσει η ένταση και οι διαταραχές στην προσφορά.
Η Citi υπογραμμίζει ότι σημαντικό μέρος της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου βρίσκεται σε κίνδυνο, τόσο από το Ιράν όσο και από την ευρύτερη Μέση Ανατολή. Το ενδεχόμενο κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, που αποτελούν το σημαντικότερο ενεργειακό «στενό» παγκοσμίως, εντείνει την αβεβαιότητα.
Ερωτηματικό το πετρέλαιο
Όπως σημειώνουν οι αναλυτές της, το βασικό ερώτημα για τους επενδυτές δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει άνοδος στις τιμές, αλλά πόσο θα κρατήσει το “γεωπολιτικό premium” που ενσωματώνεται στο πετρέλαιο.
Οι αναλυτές προσθέτουν ότι, ιστορικά, τέτοιου τύπου γεωπολιτικά σοκ συχνά αποδεικνύονται βραχύβια, όμως η παρούσα συγκυρία έχει πρόσθετες αβεβαιότητες, ιδίως λόγω του κινδύνου για τη Στενό του Ορμούζ και των συνεπειών στην εφοδιαστική αλυσίδα πετρελαίου.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι ακόμη και στο «πιο αισιόδοξο σενάριο», όπου η σύγκρουση θα είναι σύντομη και η περιοχή θα επιστρέψει σχετικά γρήγορα σε σταθερότητα, οι αγορές δεν μπορούν να αγνοήσουν το ενδεχόμενο ανθεκτικότητας του ιρανικού καθεστώτος.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι επιθέσεις των ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν και η εξόντωση του Αλί Χαμενεΐ δημιουργούν «πολύ σημαντικές γεωπολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις», ενώ παραμένει «πολύ νωρίς» για να εκτιμηθεί ο χρόνος που απαιτείται ώστε να αποκατασταθεί η σταθερότητα στην περιοχή.
Η τράπεζα επισημαίνει ότι σημαντικό μέρος της παγκόσμιας παραγωγής και διακίνησης πετρελαίου βρίσκεται σε κίνδυνο, τόσο από το Ιράν όσο και από την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Το ενδεχόμενο κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, σε συνδυασμό με τα ιρανικά αντίποινα σε έδαφος χωρών του Κόλπου, εντείνει την αβεβαιότητα. Παρότι ιστορικά τα γεωπολιτικά σοκ στο πετρέλαιο αποδεικνύονται βραχύβια, η Citi υπογραμμίζει ότι η τρέχουσα συγκυρία διαφέρει, καθώς συνδυάζει άμεση στρατιωτική εμπλοκή μεγάλων δυνάμεων και εσωτερικές εξελίξεις στο Ιράν μετά την εξόντωση του Αλί Χαμενεΐ.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για τις αναδυόμενες αγορές. Η Citi τονίζει ότι ένα σοκ της τάξης των 10 δολαρίων στο Brent μπορεί να αποσταθεροποιήσει τις πληθωριστικές προσδοκίες σε πολλές οικονομίες, ιδίως σε μια περίοδο όπου οι αγορές είχαν αρχίσει να προεξοφλούν αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και μειώσεις επιτοκίων.
Ο κίνδυνος είναι εντονότερος σε χώρες με χαμηλά συναλλαγματικά αποθέματα, όπως η Αργεντινή, η Σρι Λάνκα, το Πακιστάν και η Τουρκία, όπου μια άνοδος του πετρελαίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκροές κεφαλαίων και πιέσεις στα νομίσματα.
Αλλάζουν οι ισορροπίες στον Κόλπο
Στις χώρες του Κόλπου, η εικόνα αλλάζει αισθητά. Η Citi σημειώνει ότι οι άμεσες επιθέσεις σε εδάφη της περιοχής, σηματοδοτούν ποιοτική μεταβολή του ρίσκου, αμφισβητώντας την αντίληψη περί «ασφαλούς καταφυγίου» της περιοχής. Η διακοπή πτήσεων, οι επιθέσεις σε λιμάνια και η αβεβαιότητα γύρω από τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ δημιουργούν πιέσεις όχι μόνο στα δημόσια οικονομικά, αλλά και στον τουρισμό και στις μεταφορές.
Σε περίπτωση παρατεταμένης διακοπής, χώρες χωρίς εναλλακτικές οδούς εξαγωγής, όπως το Κουβέιτ, το Κατάρ και το Μπαχρέιν, θα αντιμετωπίσουν μεγαλύτερες προκλήσεις, ενώ η πιστοληπτική εικόνα της περιοχής ενδέχεται να τεθεί υπό δοκιμασία.
Η Citi καταγράφει ότι μέχρι την Κυριακή, Μπαχρέιν, ΗΑΕ, Κουβέιτ και Κατάρ βρέθηκαν στο στόχαστρο ιρανικών πυραύλων, αν και αρκετοί αναχαιτίστηκαν από συστήματα αεράμυνας.
Για το Ισραήλ, η Citi αναγνωρίζει ότι η οικονομία έχει επιδείξει ανθεκτικότητα σε βραχύβιες συγκρούσεις, με ταχεία επαναφορά της καθημερινότητας όταν αποκλιμακώνεται η ένταση. Ωστόσο, η διάρκεια της σύγκρουσης και η κλίμακα επιστράτευσης εφέδρων θα καθορίσουν το εύρος της επίπτωσης στο ΑΕΠ, μέσω περιορισμού της προσφοράς εργασίας και επιβάρυνσης της κατανάλωσης.
Παράλληλα, οι διαταραχές στις μεταφορές και οι υψηλότερες τιμές ενέργειας ενδέχεται να επηρεάσουν τον πληθωρισμό, οδηγώντας την Τράπεζα του Ισραήλ να διατηρήσει στάση αναμονής στα επιτόκια έως ότου υποχωρήσουν οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι.
Συνολικά, η Citi θεωρεί ότι οι αγορές τείνουν να απορροφούν σχετικά γρήγορα τα γεωπολιτικά σοκ, ιδίως όταν η άνοδος του πετρελαίου αποδεικνύεται προσωρινή. Ωστόσο, αν η διαταραχή στην προσφορά παραταθεί και το «premium» στις τιμές ενέργειας παγιωθεί, τότε οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι βαθύτερες και πιο διαρκείς, με συνέπειες για τον παγκόσμιο πληθωρισμό, τις νομισματικές πολιτικές, τα νομίσματα και την πιστοληπτική εικόνα ολόκληρων περιφερειών.
Το στοίχημα των αγορών
Η αβεβαιότητα αυτή, κατά τη Citi, αυξάνει την πιθανότητα μιας ελαφρώς πιο παρατεταμένης σύγκρουσης, με επακόλουθο αντίκτυπο στις τιμές των παγκόσμιων assets.
Στο πλαίσιο αυτό, οι αναλυτές υποστηρίζουν ότι, για πελάτες που ανησυχούν για παρατεταμένες διαταραχές στην προσφορά πετρελαίου, «το ίδιο το πετρέλαιο είναι το πιο αξιόπιστο εργαλείο αντιστάθμισης».
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις αναδυόμενες αγορές, όπου ένα πετρελαϊκό σοκ μπορεί να «απο-αγκυροβολήσει» τις εγχώριες πληθωριστικές προσδοκίες και να προκαλέσει νευρικότητα σε νομίσματα, τοπικά επιτόκια και ομόλογα.
Η Citi εκτιμά ότι ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος επειδή η αγορά είχε προεξοφλήσει χαμηλότερες πιέσεις στις τιμές παραγωγού, κάτι που τροφοδοτούσε την εικόνα αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού, αλλά και επειδή σε αρκετές χώρες συνέχιζε να “γράφει” στο ταμπλό η προσδοκία για υπολειπόμενες μειώσεις επιτοκίων.
Στην ίδια κατεύθυνση, η έκθεση θεωρεί ότι οι αναπτυγμένες αγορές είναι πιο εκτεθειμένες, λόγω της αυξημένης τοποθέτησης ξένων επενδυτών σε έντοκα γραμμάτια τους το τελευταίο διάστημα, καθώς οι επενδυτές πόνταραν σε σενάρια ταχείας αποπληθωριστικής πορείας.
Παράλληλα, αναδεικνύεται ένας δεύτερος παράγοντας κινδύνου: η ικανότητα μιας χώρας να αντιμετωπίσει αιφνίδιες εκροές κεφαλαίων, που συνδέεται άμεσα με τα διαθέσιμα συναλλαγματικά αποθέματα.
Περιορισμένος ο αντίκτυπος της σύγκρουσης στην ελληνική οικονομία
Την ίδια στιγμή ο αντίκτυπος στην ελληνική αγορά από την κρίση στη Μέση Ανατολή δείχνει να είναι περιορισμένος σύμφωνα με έκθεση της AXIA-Alpha Finance, που σημειώνει επίσης ότι όλα θα κριθούν από τη διάρκεια και το αν θα υπάρξει κλιμάκωση.
Σε επίπεδο χρηματιστηρίου, η αγορά φαίνεται να έχει σε σημαντικό βαθμό προεξοφλήσει το σενάριο αμερικανικού πλήγματος, ωστόσο η αβεβαιότητα για το βάθος και τον χρόνο της κρίσης διατηρεί το κλίμα επιφυλακτικό.
Οι αναλυτές περιγράφουν μια πρώτη φάση αποστροφής ρίσκου, με επενδυτές να στρέφονται σε πιο αμυντικές επιλογές, σε ευθυγράμμιση με το διεθνές περιβάλλον. Πιέσεις αναμένονται κυρίως σε μετοχές υψηλής κεφαλαιοποίησης που έχουν καταγράψει ισχυρές αποδόσεις από την αρχή του έτους, όπως οι τράπεζες, αλλά και σε τίτλους της περιφέρειας που θεωρούνται πιο ευάλωτοι σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Παράλληλα, εντοπίζονται εταιρείες με πιο αμυντικά χαρακτηριστικά και περιορισμένη άμεση έκθεση στις εξελίξεις της περιοχής, όπως ο ΟΤΕ, ο ΟΠΑΠ, η Jumbo, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η Cenergy, ο ΑΔΜΗΕ και η ΕΥΔΑΠ, οι οποίες θεωρείται ότι διαθέτουν «αντισώματα» ακόμη και σε σενάρια κλιμάκωσης.
Το βασικό κανάλι μετάδοσης στην οικονομία είναι η ενέργεια. Η άνοδος σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο ενισχύει τη μεταβλητότητα και, αν παραταθεί, μπορεί να αυξήσει το κόστος παραγωγής, να τροφοδοτήσει πληθωριστικές πιέσεις και να δημιουργήσει τριβές στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Στα διυλιστήρια, η εικόνα είναι μικτή: HELLENiQ ENERGY και Motor Oil μπορούν να καλύψουν ανάγκες βραχυπρόθεσμα, όμως σε παρατεταμένη κρίση ενδέχεται να χρειαστούν αναδιάρθρωση προμηθειών. Από την άλλη, υψηλότερες τιμές πετρελαίου μπορούν να ενισχύσουν τα εμπορικά περιθώρια και να οδηγήσουν σε αποθεματικά κέρδη.
Για τον ευρύτερο ενεργειακό κλάδο, οι υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου και η μετακύλισή τους στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ενδέχεται να στηρίξουν τα αποτελέσματα καθετοποιημένων ομίλων όπως η ΔΕΗ και η Metlen, αλλά και εταιρειών όπως η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η Motor Oil και η HELLENiQ. Ωστόσο, μια παρατεταμένη περίοδος ακριβής ενέργειας μπορεί να προκαλέσει δευτερογενείς πιέσεις, όπως αύξηση ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον τουρισμό, ο οποίος συνεισφέρει άμεσα και έμμεσα πάνω από το 25% του ΑΕΠ. Σε βασικό σενάριο χωρίς γενικευμένη κλιμάκωση, η επίδραση εκτιμάται περιορισμένη. Ωστόσο, παρατεταμένες εχθροπραξίες ή διεύρυνση της κρίσης θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις εισερχόμενες ροές, ιδιαίτερα από τη Μέση Ανατολή.
Για την Aegean αναμένεται πιθανή μείωση κίνησης προς και από την περιοχή, χωρίς όμως συνολική ανατροπή των τουριστικών ροών στο βασικό σενάριο. Ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών εμφανίζει σχετική ανθεκτικότητα λόγω ρυθμιζόμενων εσόδων, ενώ εταιρείες όπως η Autohellas και η Attica Group ενδέχεται να επηρεαστούν κυρίως μέσω του κόστους καυσίμων.