Η εκεχειρία ΗΠΑ - Ιράν διάρκειας δύο εβδομάδων προκάλεσε ράλι ανακούφισης στα διεθνή χρηματιστήρια και «βύθισε» τις τιμές του πετρελαίου, καθώς δημιουργεί προοπτικές για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις με στόχο τον τερματισμό των πολεμικών συγκρούσεων.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αναλυτές, «είμαστε ακόμη στην ομίχλη του πολέμου», καθώς η κατάπαυση του πυρός θεωρείται «εύθραυστη». Οι προτάσεις των δύο πλευρών αποτελούν, σύμφωνα με τους ίδιους, απλώς ένα αρχικό πλαίσιο για περαιτέρω συνομιλίες.
Παρά την προσωρινή αποκλιμάκωση, η μαζική επανεκκίνηση των μεταφορών πετρελαίου δεν θεωρείται δεδομένη. Η αποκατάσταση της μεγαλύτερης διαταραχής στην ιστορία της αγοράς πετρελαίου αναμένεται να είναι αργή και δύσκολη, κάτι που σημαίνει παρατεταμένα υψηλές τιμές και ελλείψεις για μεγάλες εισαγωγικές χώρες.
Οι επόμενες ημέρες θα δείξουν πόσο θα «τρέξει» η ροή δεξαμενόπλοιων μέσω των Στενών του Ορμούζ, καθώς οι όροι που ενδέχεται να επιβάλει το Ιράν στη διέλευση πλοίων παραμένουν ασαφείς.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι, παρότι οι αγορές ενέργειας αντέδρασαν θετικά στην ανακοίνωση εκεχειρίας, ο σκεπτικισμός μπορεί να επιστρέψει. Η επανεκκίνηση εγκαταστάσεων και παραγωγής που είχαν διακοπεί λόγω του πολέμου ενδέχεται να απαιτήσει εβδομάδες ή και μήνες.
Παρατεταμένες διαταραχές στην αγορά ενέργειας
Περίπου 15 εκατ. βαρέλια ημερησίως από την περιοχή του Κόλπου παραμένουν εκτός αγοράς, εξαιτίας διακοπών στην παραγωγή, κινδύνων στις υποδομές και περιορισμών στις μεταφορές. Σύμφωνα με τη Citi, η διαταραχή στις ροές ενέργειας εκτιμάται ότι οδηγεί σε απώλεια 11 έως 16 εκατ. βαρελιών ημερησίως, επίπεδο που υπερβαίνει αναλογικά τα ιστορικά ενεργειακά σοκ.
Πριν από την επίτευξη της εκεχειρίας, αρκετοί αναλυτές προειδοποιούσαν ότι η άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου θα μπορούσε να θυμίσει το σκηνικό πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, όταν η τιμή του πετρελαίου διπλασιάστηκε στα 140 δολάρια ανά βαρέλι μέσα σε έναν χρόνο.
Ιστορικά παραδείγματα και σημερινή εικόνα
Από την έναρξη του πολέμου, οι τιμές του πετρελαίου έχουν εκτοξευθεί, αν και παραμένουν χαμηλότερες από το υψηλότερο επίπεδο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Τότε, η τιμή του Brent είχε φτάσει στα 139,13 δολάρια, το υψηλότερο επίπεδο από το 2008, όταν είχε καταγραφεί το ιστορικό ρεκόρ των 147,50 δολαρίων. Ο πόλεμος στο Ιράν, που ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου, έχει ήδη ωθήσει τις τιμές έως τα 120 δολάρια το βαρέλι.
Οι αγορές δεν προεξοφλούν επανάληψη του σεναρίου του 2022, όταν το Brent παρέμεινε πάνω από τα 100 δολάρια για πέντε μήνες, ενώ κινούνται πολύ χαμηλότερα από τα επίπεδα-ρεκόρ του 2008. Επιπλέον, σε αντίθεση με τα πετρελαϊκά σοκ του 2022 και της δεκαετίας του 1970, ο πληθωρισμός παραμένει κοντά στους στόχους των κεντρικών τραπεζών.
Μέχρι στιγμής, δεν έχουν εμφανιστεί ενδείξεις επιθετικής στροφής στη νομισματική πολιτική ή σημαντικής επιδείνωσης των οικονομικών δεδομένων, γεγονός που διαφοροποιεί τη σημερινή συγκυρία από προηγούμενες κρίσεις.
Οι μεγάλες πετρελαϊκές κρίσεις
1973: Μετά τον πόλεμο Αράβων - Ισραήλ, ο ΟΠΕΚ διακόπτει τις ροές προς τη Δύση. Η τιμή του πετρελαίου τετραπλασιάζεται μέσα σε λίγους μήνες, από περίπου 3 δολάρια στα 11-12 δολάρια ανά βαρέλι, σηματοδοτώντας το τέλος της εποχής του φθηνού πετρελαίου.
1979: Η πτώση του Σάχη και η άνοδος του Χομεϊνί περιορίζουν την παραγωγή του Ιράν. Οι τιμές αυξάνονται από τα 14 στα 39 δολάρια, προκαλώντας παγκόσμια ύφεση και έντονη πληθωριστική πίεση.
1990: Ο Σαντάμ Χουσεΐν καταλαμβάνει το Κουβέιτ και πυρπολεί 600 πετρελαιοπηγές. Η τιμή σχεδόν διπλασιάζεται, αγγίζοντας τα 40 δολάρια το βαρέλι.
2008: Η εκρηκτική ζήτηση από την Κίνα και η κερδοσκοπία οδηγούν το Brent στο ιστορικό ρεκόρ των 147,50 δολαρίων (210 δολάρια σε σημερινές τιμές). Η απότομη αύξηση των τιμών ενίσχυσε τις πληθωριστικές πιέσεις και προηγήθηκε της χρηματοπιστωτικής κρίσης.
2022: Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία εκτοξεύει την τιμή στα 139,13 δολάρια, προκαλώντας νέο σοκ προσφοράς. Ωστόσο, η ζήτηση παραμένει ισχυρή, στηριζόμενη από την επανεκκίνηση της οικονομίας μετά την πανδημία και τις δημοσιονομικές ενισχύσεις στις ΗΠΑ.