Η BofA Securities διατηρεί τη σύσταση «Αγορά» για τη Metlen και τιμή-στόχο στα 52 ευρώ ανά μετοχή, εκτιμώντας περιθώριο ανόδου άνω του 25% από τα τρέχοντα επίπεδα.
Ο αμερικανικός οίκος εμφανίζεται αισιόδοξος για τις προοπτικές του ομίλου, μετά τις συναντήσεις που είχε με τη διοίκηση και την επίσκεψη στις εγκαταστάσεις παραγωγής αλουμινίου και γαλλίου στην Ελλάδα.
Στο επίκεντρο της επενδυτικής στρατηγικής της Metlen βρίσκονται τα κρίσιμα μέταλλα, με ιδιαίτερη έμφαση στο γάλλιο. Σύμφωνα με την BofA, η εταιρεία προχωρά στην ανάπτυξη παραγωγής γαλλίου σε βιομηχανική κλίμακα, με στόχο να φτάσει τους 50 τόνους ετησίως έως το τέλος του 2027.
Παράλληλα, αναπτύσσει τεχνολογίες ανάκτησης μετάλλων από βιομηχανικά κατάλοιπα και άλλες μη συμβατικές πρώτες ύλες, ανοίγοντας νέες πηγές εσόδων.
Η έκθεση επισημαίνει ότι το επιχειρηματικό σχέδιο για τα κρίσιμα μέταλλα έχει ενισχυθεί σε σχέση με όσα είχαν παρουσιαστεί στο Capital Markets Day του 2025.
Η πιλοτική μονάδα ανάκτησης μετάλλων έχει ήδη δώσει θετικά αποτελέσματα, ενώ η διοίκηση εξετάζει και τη χρήση πρώτων υλών από τρίτους προμηθευτές.
Στροφή στις ΑΠΕ και «νοικοκύρεμα» στο EPCM βλέπει η BofA
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην αναδιάρθρωση του τομέα EPCM (Engineering, Procurement and Construction Management), μετά τις προειδοποιήσεις για χαμηλότερη κερδοφορία που είχαν εκδοθεί το 2025.
Η διοίκηση εκτιμά ότι έχουν πλέον ληφθεί οι απαραίτητες προβλέψεις για τις υπερβάσεις κόστους στα προβληματικά έργα, τα οποία αναμένεται να ολοκληρωθούν έως το 2027.
Στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, η Metlen αλλάζει το μοντέλο ανάπτυξης έργων, επιλέγοντας πλέον την κατασκευή έργων με προκαθορισμένους όρους πώλησης αντί της ανάπτυξης έργων προς μεταγενέστερη διάθεση. Η στρατηγική αυτή στοχεύει στη μείωση του επιχειρηματικού ρίσκου και στη βελτίωση της ορατότητας των μελλοντικών εσόδων.
Η BofA αποτιμά τη μετοχή στα 52 ευρώ, συνδυάζοντας αποτίμηση με βάση τον δείκτη EV/EBITDA για το 2027 και μοντέλο προεξόφλησης ταμειακών ροών (DCF).
Ως βασικούς καταλύτες για περαιτέρω άνοδο αναφέρει τις υψηλότερες τιμές αλουμινίου, την ανάπτυξη των ενεργειακών δραστηριοτήτων και την πιθανή ένταξη της μετοχής σε σημαντικούς διεθνείς δείκτες.