Η ευρωπαϊκή αγορά (μετοχές και εισηγμένες επιχειρήσεις) διανύει μία από τις ισχυρότερες περιόδους κερδοφορίας των τελευταίων ετών, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για περαιτέρω άνοδο των χρηματιστηριακών δεικτών. Η θετική εικόνα των εταιρικών αποτελεσμάτων ενισχύει την αισιοδοξία των αναλυτών, οι οποίοι αναβαθμίζουν τις εκτιμήσεις τους για ένα ευρύ φάσμα κλάδων.
Τα κέρδη των επιχειρήσεων που συμμετέχουν στον δείκτη MSCI Europe αυξήθηκαν κατά 14%, ενώ περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις ξεπέρασαν τις προβλέψεις της αγοράς για το δεύτερο τρίμηνο. Πρόκειται για τις καλύτερες επιδόσεις από τις αρχές του 2023, σύμφωνα με το Bloomberg.
Καθοριστική παραμένει η συμβολή του κλάδου των πρώτων υλών, ο οποίος συνεχίζει να επωφελείται από τις υψηλές τιμές του πετρελαίου. Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Goldman Sachs, η μέση μετοχή του δείκτη STOXX 600 εμφάνισε αύξηση 7% στα κέρδη ανά μετοχή σε ετήσια βάση, περιορίζοντας την απόσταση από τις αντίστοιχες εταιρείες του S&P 500.
«Η αύξηση των κερδών στην Ευρώπη παραμένει σημαντικά ισχυρότερη από ό,τι εκτιμά η αγορά», δήλωσε ο στρατηγικός αναλυτής της Goldman Sachs, Πίτερ Οπενχάιμερ. «Η γενική συναίνεση ξεκίνησε την περίοδο των αποτελεσμάτων με μια πιο θετική άποψη από το συνηθισμένο, αλλά εξακολουθεί να υποτιμά τη δύναμη των υποκείμενων θεμελιωδών μεγεθών».
Η εικόνα αυτή σηματοδοτεί σημαντική αλλαγή σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, όταν η ασθενική οικονομική ανάπτυξη περιόριζε ουσιαστικά την αύξηση της εταιρικής κερδοφορίας. Παράλληλα, η απουσία μεγάλων τεχνολογικών κολοσσών από την Ευρώπη είχε ενισχύσει την υπεροχή της αμερικανικής αγοράς.
Την τωρινή περίοδο αποτελεσμάτων, ωστόσο, οι επενδυτές επιβραβεύουν γενναιόδωρα τις εταιρείες που υπερβαίνουν τις εκτιμήσεις. Σύμφωνα με στοιχεία της Citigroup, οι μετοχές των εταιρειών που ανακοίνωσαν καλύτερα του αναμενομένου αποτελέσματα υπεραπέδωσαν του STOXX 600 κατά 1,6 ποσοστιαίες μονάδες – κατά μέσο όρο στην αμέσως επόμενη συνεδρίαση, επίδοση διπλάσια από εκείνη του προηγούμενου τριμήνου.
Αντίστοιχα έντονη ήταν και η αντίδραση για τις μετοχές που δεν ανταποκρίθηκαν στις εκτιμήσεις. Οι εταιρείες αυτές υποαπέδωσαν του δείκτη αναφοράς κατά 2,3 ποσοστιαίες μονάδες, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη αρνητική αντίδραση των τελευταίων τεσσάρων ετών, σύμφωνα με τη Citi.
Παρά τις έντονες διαφοροποιήσεις σε επίπεδο μεμονωμένων μετοχών, η συνολική εικόνα της αγοράς παραμένει ιδιαίτερα θετική. Ο STOXX 600 κινείται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ αντίστοιχα νέα ρεκόρ σημειώνουν ο γαλλικός CAC 40 και ο γερμανικός DAX. Παράλληλα, ο πανευρωπαϊκός δείκτης ξεπέρασε σε απόδοση τον S&P 500 για δεύτερο συνεχόμενο μήνα.
«Το επενδυτικό περιβάλλον στην Ευρώπη είναι αρκετά ενδιαφέρον, διότι κερδίζεται και δεν θεωρείται δεδομένο», δήλωσε η Βιολέτα Τοντόροβα, ανώτερη αναλύτρια έρευνας στη Leverage Shares.
Η αναβάθμιση του επενδυτικού κλίματος αποτυπώνεται και στις αποτιμήσεις. Ο δείκτης STOXX 600 διαπραγματεύεται πλέον με δείκτη τιμής προς κέρδη (P/E) περίπου στις 15 φορές, υψηλότερα από τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο των 13 φορών, όπως έδειξαν στοιχεία του Bloomberg.
Παρότι οι ευρωπαϊκές μετοχές εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με έκπτωση έναντι του S&P 500, η σχετική αποτίμησή τους βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιανουάριο του 2022.
Σε ένα ενθαρρυντικό σημάδι, οι αναλυτές συνεχίζουν να αναθεωρούν προς τα πάνω τις προσδοκίες για τα κέρδη σε ένα ευρύ φάσμα τομέων, υποδηλώνοντας περαιτέρω άνοδο των τιμών των μετοχών στο μέλλον. Στοιχεία της Goldman Sachs δείχνουν ότι όλοι οι τομείς, εκτός από τους βασικούς πόρους και τα καταναλωτικά αγαθά διακριτικής επιλογής, σημείωσαν αναθεώρηση προς τα πάνω στις προβλέψεις κερδών τον Ιούλιο, με τους τομείς της τεχνολογίας και της ενέργειας να παρουσιάζουν τις ισχυρότερες αναθεωρήσεις.
Την ίδια στιγμή, οι αναλυτές συνεχίζουν να αναθεωρούν προς τα πάνω τις προβλέψεις τους για τα εταιρικά κέρδη, εξέλιξη που ενισχύει τις προσδοκίες για περαιτέρω άνοδο των ευρωπαϊκών αγορών.
Σύμφωνα με την Goldman Sachs, σχεδόν όλοι οι κλάδοι -με εξαίρεση τις πρώτες ύλες και τα καταναλωτικά αγαθά διακριτικής επιλογής- κατέγραψαν ανοδικές αναθεωρήσεις τον Ιούλιο, με τους τομείς της τεχνολογίας και της ενέργειας να εμφανίζουν τη μεγαλύτερη βελτίωση.