Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την απόκτηση της Γροιλανδίας, ένα έδαφος στρατηγικής σημασίας που βρίισκεται υπό την προστασία της Δανίας, επαναφέρει ένα παλιό αλλά διαχρονικό ερώτημα: πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες επεκτείνουν την ισχύ και την επιρροή τους.
Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στους πολέμους και τη στρατιωτική παρουσία, αλλά και σε κάτι λιγότερο θεαματικό και πολύ πιο αποτελεσματικό: στις συμφωνίες με οικονομικό αντάλλαγμα.
Από τις αρχές του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ού, επίσημα έγγραφα και ιστορικές πηγές δείχνουν ότι η «αγορά εδάφους» αποτέλεσε επαναλαμβανόμενο εργαλείο της αμερικανικής στρατηγικής.
Η Λουιζιάνα, η Αλάσκα και οι Παρθένες Νήσοι δεν αποκτήθηκαν τυχαία, ούτε για λόγους συμβολισμού, αλλά επειδή εξυπηρετούσαν συγκεκριμένες ανάγκες: έλεγχο θαλάσσιων οδών, βάθος ασφάλειας, εμπορικές ροές και πρόσβαση σε πόρους.
Το ιστορικό αυτό προηγούμενο αποκτά σήμερα νέα σημασία, σε μια περίοδο όπου η οικονομία χρησιμοποιείται ανοιχτά ως εργαλείο γεωπολιτικής ισχύος και όπου οι μεγάλες δυνάμεις επανεξετάζουν ακόμη και παγιωμένες ισορροπίες.
Λουιζιάνα 1803: Η συμφωνία που διπλασίασε την Αμερική
Η πιο εμβληματική υπόθεση είναι η αγορά της Λουιζιάνας το 1803. Τα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ περιγράφουν τη συμφωνία με τη Γαλλία ως αγορά 828.000 τετραγωνικών μιλίων γης δυτικά του Μισισιπή έναντι 15 εκατομμυρίων δολαρίων, μια κίνηση που «διπλασίασε» πρακτικά το μέγεθος της χώρας.
Η Britannica αναδεικνύει το «εξαιρετικά χαμηλό κόστος» που έκανε τη συμφωνία να θεωρηθεί «το μεγαλύτερο παζάρι γης» στην ιστορία των ΗΠΑ.
Δεν είναι τυχαίο ότι το ίδιο το history.state.gov διασώζει και μια χαρακτηριστική φράση του Τόμας Τζέφερσον για τη στρατηγική σημασία της Νέας Ορλεάνης: «There is on the globe one single spot… It is New Orleans» (Υπάρχει παγκοσμίως ένα ξεχωριστό σημείο, η Νέα Ορλεάνη), υπογραμμίζοντας πόσο κεντρικός ήταν ο έλεγχος της εκβολής του Μισισιπή για το αμερικανικό εμπόριο και την ασφάλεια.
Φλόριντα 1819: Μια παραχώρηση χωρίς “τίμημα”
Λίγα χρόνια αργότερα, η Φλόριντα αλλάζει χέρια, αλλά με διαφορετικό οικονομικό «μοντέλο». Η Συνθήκη Adams–Onís του 1819, γνωστή και ως Transcontinental Treaty (Διηπειρωτική Συνθήκη), δεν προέβλεπε κλασική πληρωμή προς την Ισπανία.
Το history.state.gov υπογράμμισε ότι η Ισπανία δεν έλαβε άμεση αποζημίωση, όμως οι ΗΠΑ ανέλαβαν υποχρεώσεις έως 5 εκατομμύρια δολάρια για ζημιές/απαιτήσεις που σχετίζονταν με Αμερικανούς πολίτες.
Η Britannica παρουσιάζει τη συμφωνία ως μια ευρύτερη διευθέτηση των διεκδικήσεων στη Βόρεια Αμερική και τη χάραξη μιας μεγάλης διασυνοριακής γραμμής, μέσα στην οποία εντάχθηκε και η παραχώρηση της Φλόριντα.
Πώς το Τέξας πέρασε στις ΗΠΑ
Το 1848 είναι συχνά σημείο σύγχυσης, ειδικά όταν αναφέρεται το Τέξας. Η ουσία είναι ότι το 1848 δεν αφορά «αγορά του Τέξας» ως μεμονωμένο γεγονός, αλλά τη Συνθήκη Guadalupe Hidalgo, η οποία τερμάτισε τον Μεξικανο-Αμερικανικό πόλεμο και επέφερε τεράστια εδαφική μεταβολή υπέρ των ΗΠΑ.
Τα Εθνικά Αρχεία αναφέρουν ότι το Μεξικό παραιτήθηκε από κάθε αξίωση στο Τέξας και αναγνώρισε τον Rio Grande ως νότιο σύνορο, ενώ οι ΗΠΑ κατέβαλαν 15 εκατομμύρια δολάρια και συμφώνησαν να καλύψουν απαιτήσεις Αμερικανών πολιτών έναντι του μεξικανικού κράτους.
Η Britannica περιγράφει το «πακέτο» της συμφωνίας ως παραχώρηση «πάνω από 525.000 τετραγωνικών μιλίων», δηλαδή περίπου 1.360.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, έναντι 15 εκατομμυρίων δολαρίων, με πρόσθετη ανάληψη αξιώσεων άνω των 3 εκατομμυρίων.
Η μικρή λωρίδα γης που συμπλήρωσε τα νότια σύνορα
Αμέσως μετά, έρχεται η Αγορά Gadsden, μια συμφωνία που συμπλήρωσε το παζλ των νότιων συνόρων.
Η Britannica σημειώνει ότι πρόκειται για συναλλαγή του Δεκεμβρίου 1853, με την οποία οι ΗΠΑ έλαβαν σχεδόν 30.000 τετραγωνικά μίλια (περίπου 78.000 τετρ. χλμ.) από το βόρειο Μεξικό, περιοχή που αντιστοιχεί στη νότια Αριζόνα και τη νότια/νοτιοδυτική ζώνη του Νέου Μεξικού, έναντι 10 εκατομμυρίων δολαρίων, με ισχυρό υπόβαθρο την αναζήτηση διαδρομής για νότιο διηπειρωτικό σιδηρόδρομο.
Αλάσκα 1867: Γεωπολιτικός θησαυρός
Το 1867 ακολουθεί η Αλάσκα, σε μια αγορά που για χρόνια αντιμετωπίστηκε με ειρωνεία στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αλλά σήμερα θεωρείται στρατηγικό κέρδος τεράστιας αξίας.
Τα Εθνικά Αρχεία παρουσιάζουν ως ιστορικό τεκμήριο ακόμη και την ακυρωμένη επιταγή και γράφουν ευθέως ότι οι ΗΠΑ την αγόρασαν από την Ρωσία για 7.2 εκατομμύρια δολάρια, με την Britannica να υπογραμμίζει το μέγεθος, 586.412 τετραγωνικά μίλια, δηλαδή περίπου 1.518.800 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Παρθένες Νήσοι: Η αγορά στην Καραϊβική, με φόντο τη Διώρυγα του Παναμά
Η τελευταία μεγάλη εδαφική «αγορά» έρχεται το 1917, αυτή τη φορά στην Καραϊβική. Η Library of Congress αναφέρει ότι στις 31 Μαρτίου 1917 οι ΗΠΑ έλαβαν επίσημα κατοχή των Δανέζικων Δυτικών Ινδιών, τις μετονόμασαν σε Παρθένους Νήσους και τις αγόρασαν από τη Δανία για 25 εκατομμύρια δολάρια, επικαλούμενη ανοιχτά και τη στρατηγική σημασία της περιοχής σε σχέση με τη διώρυγα του Παναμά και τις θαλάσσιες οδούς.
Η Britannica επιβεβαιώνει ότι το 1917 οι ΗΠΑ αγόρασαν τα τρία κύρια νησιά (St. Thomas, St. John, St. Croix) για 25 εκατομμύρια και ότι η συμφωνία προέβλεπε ζητήματα υπηκοότητας για τους κατοίκους. Η συνολική χερσαία έκταση που αναφέρεται συχνά για τις Αμερικανικές Παρθένες Νήσους είναι 346 τετρ. χλμ..